Fragments, Hymn to Zeus and Sayings — Cleanthes =============================================== ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ Translation/edition: Greek and Latin text Language: Ancient Greek Read in Plato Scroll: https://plato-scroll.com/s/cleanthes-fragments/ This file: https://plato-scroll.com/text/cleanthes-fragments-e.txt Other editions of this work: - Claude AI: https://plato-scroll.com/text/cleanthes-fragments.txt Sources and licences: https://plato-scroll.com/attribution.html Numbers in [brackets] are the edition's reference loci (Stephanus, Bekker, book.line, page...). Superscript numerals refer to the Notes at the end. Τὰ τοῦ Κλεάνθους τοῦ Ἀσσίου ἀποσπάσματα καὶ ἀποφθέγματα — ed. A. C. Pearson (1891). ## Fragments [1] Fragment 1. Diogenes Laertius, Lives 7.41 ὁ δὲ Κλεάνθης ἓξ μέρη φησί· διαλεκτικόν, ῥητορικόν, ἠθικόν, πολιτικόν, φυσικόν, θεολογικόν. [2] Fragment 2. Epictetus, Discourses 1.17.11 τὰ λογικὰ ἄλλων ἐστὶ διακριτικὰ καὶ ἐπισκεπτικὰ καί, ὡς ἄν τις εἴποι, μετρητικὰ καὶ στατικά. τίς λέγει ταῦτα; μόνος Χρύσιππος καὶ Ζήνων καὶ Κλεάνθης; [3] Fragment 3. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 7.228; 7.372; 8.400; Outlines of Pyrrhonism 2.70 Math. 7.228: (τύπωσις) περὶ ἧς εὐθὺς καὶ διέστησαν. Κλεάνθης μὲν γὰρ τὴν τύπωσιν κατὰ εἰσοχήν τε καὶ ἐξοχήν, ὥσπερ καὶ διὰ τῶν δακτυλίων γιγνομένην τοῦ κηροῦ τύπωσιν. — Math. 7.372: εἰ γὰρ τύπωσίς ἐστιν ἐν ψυχῇ ἡ φαντασία, ἤτοι κατ᾽ ἐξοχὴν καὶ εἰσοχὴν τύπωσίς ἐστιν, ὡς οἱ περὶ τὸν Κλεάνθην νομίζουσιν, ἢ κατὰ ψιλὴν ἑτεροίωσιν γίνεται … — Math. 8.400: Κλεάνθους μὲν κυρίως ἀκούοντος τὴν μετὰ εἰσοχῆς καὶ ἐξοχῆς νοουμένην (τύπωσιν). — Pyrrh. 2.70: ἐπεὶ οὖν ἡ ψυχὴ καὶ τὸ ἡγεμονικὸν πνεῦμά ἐστιν ἢ λεπτομερέστερόν τι πνεύματος, ὥς φασιν, οὐ δυνήσεταί τις τύπωσιν ἐπινοεῖν ἐν αὐτῷ οὔτε κατ᾽ ἐξοχὴν καὶ εἰσοχήν, ὡς ἐπὶ τῶν σφραγίδων ὁρῶμεν, οὔτε κατὰ τὴν τερατολογουμένην ἑτεροιωτικήν. [4] Fragment 4. Plutarch [Aëtius], Opinions of the Philosophers 4.11 οἱ Στωικοί φασιν· ὅταν γεννηθῇ ὁ ἄνθρωπος, ἔχει τὸ ἡγεμονικὸν μέρος τῆς ψυχῆς ὥσπερ χάρτην εὔεργον (or ἐνεργόν) εἰς ἀπογραφήν· εἰς τοῦτο μίαν ἑκάστην τῶν ἐννοιῶν ἐναπογράφεται. [5] Fragment 5. Olympiodorus, Commentary on Plato's Gorgias (see Zeno frag. 12); Quintilian, Institutes of Oratory 2.17.41 Olympiodorus: Κλεάνθης τοίνυν λέγει ὅτι τέχνη ἐστὶν ἕξις ὁδῷ πάντα ἀνύουσα. — Quint. 2.17.41: nam sive, ut Cleanthes voluit, ars est potestas via, id est, ordine efficiens … [6] Fragment 6. Syrianus, Commentary on Aristotle's Metaphysics (Berlin ed. 892b14–23) ὡς ἄρα τὰ εἴδη παρὰ τοῖς θείοις τούτοις ἀνδράσιν (i.e. Socrates, Plato, Parmenides and the Pythagoreans) οὔτε πρὸς τὴν ῥῆσιν τῆς τῶν ὀνομάτων συνηθείας παρήγετο, ὡς Χρύσιππος καὶ Ἀρχέδημος καὶ οἱ πλείους τῶν Στωικῶν ὕστερον ᾠήθησαν … οὐ μὴν οὐδ᾽ ἐννοήματά εἰσι παρ᾽ αὐτοῖς αἱ ἰδέαι, ὡς Κλεάνθης ὕστερον εἴρηκεν. [7] Fragment 7. Clement of Alexandria, Stromata 8.9.26 λεκτὰ γὰρ τὰ κατηγορήματα καλοῦσι Κλεάνθης καὶ Ἀρχέδημος. [8] Fragment 8. Epictetus, Discourses 2.19.1–4; Cicero, On Fate 7.14 Epict.: ὁ κυριεύων λόγος ἀπὸ τοιούτων τινῶν ἀφορμῶν ἠρωτῆσθαι φαίνεται· κοινῆς γὰρ οὔσης μάχης τοῖς τρισὶ τούτοις πρὸς ἄλληλα, τῷ πᾶν παρεληλυθὸς ἀληθὲς ἀναγκαῖον εἶναι, καὶ τῷ δυνατῷ ἀδύνατον μὴ ἀκολουθεῖν, καὶ τῷ δυνατὸν εἶναι ὃ οὔτ᾽ ἔστιν ἀληθὲς οὔτ᾽ ἔσται· συνιδὼν τὴν μάχην ταύτην ὁ Διόδωρος τῇ τῶν πρώτων δυοῖν πιθανότητι συνεχρήσατο πρὸς παράστασιν τοῦ μηδὲν εἶναι δυνατὸν ὃ οὔτ᾽ ἔστιν ἀληθὲς οὔτ᾽ ἔσται. λοιπὸν ὁ μέν τις ταῦτα τηρήσει τῶν δυοῖν, ὅτι ἔστι τέ τι δυνατόν, ὃ οὔτ᾽ ἔστιν ἀληθὲς οὔτ᾽ ἔσται· καὶ δυνατῷ ἀδύνατον οὐκ ἀκολουθεῖ· οὐ πᾶν δὲ παρεληλυθὸς ἀληθὲς ἀναγκαῖόν ἐστι, καθάπερ οἱ περὶ Κλεάνθην φέρεσθαι δοκοῦσιν, οἷς ἐπὶ πολὺ συνηγόρησεν Ἀντίπατρος. οἱ δὲ τἄλλα δύο, ὅτι δυνατόν τ᾽ ἐστὶν ὃ οὔτ᾽ ἔστιν ἀληθὲς οὔτ᾽ ἔσται· καὶ πᾶν παρεληλυθὸς ἀληθὲς ἀναγκαῖόν ἐστιν· δυνατῷ δ᾽ ἀδύνατον ἀκολουθεῖ. τὰ τρία δ᾽ ἐκεῖνα τηρῆσαι ἀμήχανον, διὰ τὸ κοινὴν εἶναι αὐτῶν μάχην. — Cic. Fat. 7.14: omnia enim vera in praeteritis necessaria sunt, ut Chrysippo placet, dissentienti a magistro Cleanthe, quia sunt immutabilia nec in falsum e vero praeterita possunt convertere. [9] Fragment 9. Quintilian, Institutes of Oratory 2.15.33–35 huic eius substantiae maxime conveniet finitio, rhetoricen esse bene dicendi scientiam. nam et orationis omnes virtutes semel complectitur, et protinus etiam mores oratoris, cum bene dicere non possit nisi bonus. idem valet Chrysippi finis ille ductus a Cleanthe, scientia recte dicendi (scil. rhetorice). [10] Fragment 10. Varro, On the Latin Language 5.9 quod si summum gradum non attigero, tamen secundum praeteribo, quod non solum ad Aristophanis sed etiam ad Cleanthis lucubravi [secundum explained in § 7: quo grammatica escendit antiqua, quae ostendit quemadmodum quodque poeta finxerit verbum, confinxerit, declinarit]. [11] Fragment 11. Athenaeus, Deipnosophists 11.467d; 11.471b 467d: Κλεάνθης δὲ ὁ φιλόσοφος ἐν τῷ περὶ μεταλήψεως ἀπὸ τῶν κατασκευασάντων φησὶν ὀνομασθῆναι τήν τε θηρίκλειον κύλικα καὶ τὴν δεινιάδα. — 471b: Κλεάνθης δ᾽ ἐν τῷ περὶ μεταλήψεως συγγράμματί φησι· τὰ τοίνυν εὑρήματα, καὶ ὅσα τοιαῦτα ἔτι καὶ τὰ λοιπά ἐστι, οἷον θηρίκλειος, δεινιάς, Ἰφικρατίς, ταῦτα [γὰρ] πρότερον συνιστόρει τοὺς εὑρόντας. φαίνεται δ᾽ ἔτι καὶ νῦν· εἰ δὲ μὴ ποιεῖ τοῦτο, μεταβεβληκὸς ἂν εἴη μικρὸν τοὔνομα. ἀλλά, καθάπερ εἴρηται, οὐκ ἔστι πιστεῦσαι τῷ τυχόντι. [12] Fragment 12. Diogenes Laertius, Lives 7.134 δοκεῖ δ᾽ αὐτοῖς ἀρχὰς εἶναι τῶν ὅλων δύο, τὸ ποιοῦν καὶ τὸ πάσχον. τὸ μὲν οὖν πάσχον εἶναι τὴν ἄποιον οὐσίαν τὴν ὕλην, τὸ δὲ ποιοῦν τὸν ἐν αὐτῇ λόγον τὸν θεόν. τοῦτον γὰρ ἀΐδιον ὄντα διὰ πάσης αὐτῆς δημιουργεῖν ἕκαστα. τίθησι δὲ τὸ δόγμα τοῦτο … Κλεάνθης ἐν τῷ περὶ ἀτόμων. [13] Fragment 13. Tertullian, Apology 21 haec (quae Zeno dixit λόγον esse, cf. Zeno frag. 44) Cleanthes in spiritum congerit, quem permeatorem universitatis affirmat. [14] Fragment 14. Stobaeus, Eclogues 1.1.29b; Cicero, On the Nature of the Gods 1.37; Minucius Felix, Octavius 19.10 Stob.: Διογένης καὶ Κλεάνθης καὶ Οἰνοπίδης (τὸν θεὸν) τὴν τοῦ κόσμου ψυχήν. — Cic. N. D. 1.37: tum totius naturae menti atque animo tribuit hoc nomen. — Minuc. Oct. 19.10: Theophrastus et Zeno et Chrysippus et Cleanthes sunt et ipsi multiformes, sed ad unitatem providentiae omnes revolvuntur. Cleanthes enim mentem modo animum modo aethera plerumque rationem Deum disseruit. [15] Fragment 15. Cicero, On the Nature of the Gods 1.37; Lactantius, Divine Institutes 1.5 Cic.: tum ultimum et altissimum atque undique circumfusum et extremum omnia cingentem atque complexum ardorem, qui aether nominetur, certissimum deum iudicat. — Lactant.: Cleanthes et Anaximenes aethera dicunt esse summum Deum (quoting in support Verg. Georg. 2.325). [16] Fragment 16. Philodemus, On Piety c. 9; Cicero, On the Nature of the Gods 1.37 Philod.: λόγον ἡγούμενον τῶν ἐν τῷ κόσμῳ. — Cic.: tum nihil ratione censet esse divinius. [17] Fragment 17. Cicero, On the Nature of the Gods 1.37 Cleanthes … tum ipsum mundum deum dicit esse. [18] Fragment 18. Chalcidius, Commentary on Plato's Timaeus 144 ex quo fieri ut quae secundum fatum sunt etiam ex providentia sint, eodemque modo quae secundum providentiam ex fato, ut Chrysippus putat. alii vero quae quidem ex providentiae auctoritate, fataliter quoque provenire, nec tamen quae fataliter ex providentia, ut Cleanthes. [19] Fragment 19. Philo, On Providence 2.74 (Latin version of Aucher, p. 94) (astra erratica) nota sunt non solum ratione verum etiam sensu, ita movente providentia, quae, ut dicit Chrysippus et Cleanthes, nihil praetermisit pertinentium ad certiorem utilioremque dispensationem. quod si aliter melius esset dispensari res mundi, eo modo sumpsisset compositionem, qua tenus nihil occurreret ad impediendum deum. [20] Fragment 20. Probus, Commentary on Virgil's Eclogues 6.31 Omnem igitur hanc rerum naturae formam tenui primum et inani mole dispersam refert in quattuor elementa concretam et ex his omnia esse postea effigiata Stoici tradunt Zenon Citiaeus et Speusippus (leg. Chrysippus) Soleus et Cleanthes Thasius (leg. Assius). [21] Fragment 21. Hermias, Mockery of the Pagan Philosophers 14 (Diels p. 654) ἀλλ᾽ ὁ Κλεάνθης ἀπὸ τοῦ φρέατος ἐπάρας τὴν κεφαλὴν καταγελᾷ σοῦ τοῦ δόγματος καὶ αὐτὸς ἀνιμᾷ τὰς ἀληθεῖς ἀρχὰς θεὸν καὶ ὕλην. καὶ τὴν μὲν γῆν μεταβάλλειν εἰς ὕδωρ, τὸ δὲ ὕδωρ εἰς ἀέρα, τὸν δὲ ἀέρα <εἰς πῦρ> φέρεσθαι, τὸ δὲ πῦρ εἰς τὰ περίγεια χωρεῖν, τὴν δὲ ψυχὴν δι᾽ ὅλου τοῦ κόσμου διήκειν, ἧς μέρος μετέχοντας ἡμᾶς ἐμψυχοῦσθαι. [22] Fragment 22. Stobaeus, Eclogues 1.20.1e Ζήνωνι καὶ Κλεάνθει καὶ Χρυσίππῳ ἀρέσκει τὴν οὐσίαν μεταβάλλειν οἷον εἰς σπέρμα τὸ πῦρ, καὶ πάλιν ἐκ τούτου τοιαύτην ἀποτελεῖσθαι τὴν διακόσμησιν, οἵα πρότερον ἦν. [23] Fragment 23. Philo, On the Indestructibility of the World p. 954 μεταβάλλειν γὰρ ἢ εἰς φλόγα ἢ εἰς αὐγὴν ἀναγκαῖον· εἰς μὲν φλόγα, ὡς ᾤετο Κλεάνθης, εἰς δ᾽ αὐγήν, ὡς ὁ Χρύσιππος. [24] Fragment 24. Stobaeus, Eclogues 1.17.3 Κλεάνθης δὲ οὕτω πώς φησιν· ἐκφλογισθέντος τοῦ παντὸς συνιζάνειν τὸ μέσον αὐτοῦ πρῶτον, εἶτα τὰ ἐχόμενα ἀποσβέννυσθαι δι᾽ ὅλου. τοῦ δὲ παντὸς ἐξυγρανθέντος τὸ ἔσχατον τοῦ πυρός, ἀντιτυπήσαντος αὐτῷ τοῦ μέσου, τρέπεσθαι πάλιν εἰς τοὐναντίον, εἶθ᾽ οὕτω τρεπόμενον ἄνω φησὶν αὔξεσθαι καὶ ἄρχεσθαι διακοσμεῖν τὸ ὅλον· καὶ τοιαύτην περίοδον αἰεὶ καὶ διακόσμησιν ποιουμένου τὸν ἐν τῇ τῶν ὅλων οὐσίᾳ τόνον μὴ παύεσθαι. ὥσπερ γὰρ ἑνός τινος τὰ μέρη πάντα φύεται ἐκ σπερμάτων ἐν τοῖς καθήκουσι χρόνοις, οὕτω καὶ τοῦ ὅλου τὰ μέρη, ὧν καὶ τὰ ζῷα καὶ τὰ φυτὰ ὄντα τυγχάνει, ἐν τοῖς καθήκουσι χρόνοις φύεται. καὶ ὥσπερ τινὲς λόγοι τῶν μερῶν εἰς σπέρμα συνιόντες μίγνυνται καὶ αὖθις διακρίνονται γινομένων τῶν μερῶν, οὕτως ἐξ ἑνός τε πάντα γίνεσθαι καὶ ἐκ πάντων εἰς ἓν συγκρίνεσθαι, ὁδῷ καὶ συμφώνως διεξιούσης τῆς περιόδου. [25] Fragment 25. Plutarch, On Common Conceptions 31.10 ἔτι τοίνυν ἐπαγωνιζόμενος ὁ Κλεάνθης τῇ ἐκπυρώσει λέγει τὴν σελήνην καὶ τὰ λοιπὰ ἄστρα τὸν ἥλιον ἐξομοιώσειν πάντα ἑαυτῷ καὶ μεταβαλεῖν εἰς ἑαυτόν. [26] Fragment 26. Stobaeus, Eclogues 1.15.6b Κλεάνθης μόνος τῶν Στωικῶν τὸ πῦρ ἀπεφήνατο κωνοειδές. [27] Fragment 27. Plutarch, On the Face in the Moon 6.3 ὥσπερ Ἀρίσταρχον ᾤετο δεῖν Κλεάνθης τὸν Σάμιον ἀσεβείας προσκαλεῖσθαι τοὺς Ἕλληνας, ὡς κινοῦντα τοῦ κόσμου τὴν ἑστίαν, ὅτι <τὰ> φαινόμενα σῴζειν ἁνὴρ ἐπειρᾶτο, μένειν τὸν οὐρανὸν ὑποτιθέμενος, ἐξελίττεσθαι δὲ κατὰ λοξοῦ κύκλου τὴν γῆν, ἅμα καὶ περὶ τὸν αὑτῆς ἄξονα δινουμένην. [28] Fragment 28. Eusebius, Preparation for the Gospel 15.15.7 (Arius Didymus fr. 29 Diels); Censorinus, fragment 1.4; Diogenes Laertius, Lives 7.139; Stobaeus, Eclogues 1.21.6; Cicero, Academics 2.126 Ar. Did.: ἡγεμονικὸν δὲ τοῦ κόσμου Κλεάνθει μὲν ἤρεσε τὸν ἥλιον εἶναι διὰ τὸ μέγιστον τῶν ἄστρων ὑπάρχειν καὶ πλεῖστα συμβάλλεσθαι πρὸς τὴν τῶν ὅλων διοίκησιν, ἡμέραν καὶ ἐνιαυτὸν ποιοῦντα καὶ τὰς ἄλλας ὥρας. — Censorin.: et constat quidem quattuor elementis, terra aqua igne aere. cuius principalem solem quidam putant, ut Cleanthes. — Diog. L. 7.139. — Stob.: Κλεάνθης ὁ Στωικὸς ἐν ἡλίῳ ἔφησεν εἶναι τὸ ἡγεμονικὸν τοῦ κόσμου. — Cic. Acad. 2.126: Cleanthes, qui quasi maiorum est gentium Stoicus, Zenonis auditor, solem dominari et rerum potiri putat. [29] Fragment 29. Stobaeus, Eclogues 1.25.3i; Cicero, On the Nature of the Gods 3.37; Macrobius, Saturnalia 1.23.2 Stob.: Κλεάνθης ἄναμμα νοερὸν τὸ ἐκ θαλάττης τὸν ἥλιον. περὶ δὲ τῶν τροπῶν φασι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑποκειμένης τροφῆς· ὠκεανὸς δ᾽ ἐστὶ * * * ἧς τὴν ἀναθυμίασιν ἐπινέμεται. συγκαταφέρεσθαι δὲ τὸν ἥλιον κινούμενον ἕλικα ἐν τῇ σφαίρᾳ, ἀπὸ τοῦ ἰσημερινοῦ ἐπί τε ἄρκτου καὶ νότου, ἅπερ ἐστὶ πέρατα τῆς ἕλικος. — Cic. N. D. 3.37: Quid enim? non eisdem vobis placet omnem ignem pastus indigere nec permanere ullo modo posse, nisi alitur: ali autem solem, lunam, reliqua astra aquis, alia dulcibus, alia marinis? eamque causam Cleanthes adfert cur se sol referat nec longius progrediatur solstitiali orbi itemque brumali, ne longius discedat a cibo. — Macrob.: ideo enim, sicut et Posidonius et Cleanthes affirmant, solis meatus a plaga, quae usta dicitur, non recedit, quia sub ipsa currit Oceanus, qui terram ambit et dividit. [30] Fragment 30. Cicero, On the Nature of the Gods 2.40–41 atque ea (sidera) quidem tota esse ignea duorum sensuum testimonio confirmari Cleanthes putat, tactus et oculorum. nam solis et candor illustrior est quam ullius ignis, quippe qui immenso mundo tam longe lateque colluceat, et is eius tactus est, non ut tepefaciat solum, sed etiam saepe comburat. quorum neutrum faceret, nisi esset igneus. “ergo,” inquit, “cum sol igneus sit Oceanique alatur humoribus, quia nullus ignis sine pastu aliquo possit permanere, necesse est aut ei similis sit igni quem adhibemus ad usum atque ad victum, aut ei, qui corporibus animantium continetur. atqui hic noster ignis, quem usus vitae requirit, confector est et consumptor omnium idemque, quocumque invasit, cuncta disturbat ac dissipat. contra ille corporeus vitalis et salutaris omnia conservat, alit, auget, sustinet sensuque adficit.” negat ergo esse dubium horum ignium sol utri similis sit, cum is quoque efficiat ut omnia floreant et in suo quaeque genere pubescant. quare cum solis ignis similis eorum ignium sit, qui sunt in corporibus animantium, solem quoque animantem esse oportet, et quidem reliqua astra, quae oriantur in ardore caelesti, qui aether vel caelum nominatur. [31] Fragment 31. Clement of Alexandria, Stromata 5.8.48 οὐκ ἀνέγνωσαν δ᾽ οὗτοι Κλεάνθην τὸν φιλόσοφον, ὃς ἄντικρυς πλῆκτρον τὸν ἥλιον καλεῖ· ἐν γὰρ ταῖς ἀνατολαῖς ἐρείδων τὰς αὐγὰς οἷον πλήσσων τὸν κόσμον, εἰς τὴν ἐναρμόνιον πορείαν τὸ φῶς ἄγει· ἐκ δὲ τοῦ ἡλίου σημαίνει καὶ τὰ λοιπὰ ἄστρα. [32] Fragment 32. Stobaeus, Eclogues 1.26.1 Κλεάνθης πυροειδῆ τὴν σελήνην, πιλοειδῆ δὲ τῷ σχήματι. [33] Fragment 33. Stobaeus, Eclogues 1.24.2d; Plutarch [Aëtius], Opinions of the Philosophers 2.14.2; Galen, History of Philosophy 13; Achilles Tatius, Introduction to Aratus p. 133c; Theodoret, Cure of the Greek Maladies 4.20 Stob.: οἱ μὲν ἄλλοι <Στωικοὶ> σφαιρικοὺς αὐτούς, Κλεάνθης δὲ κωνοειδεῖς (scil. the stars). — Plut. Plac. 2.14.2. — Galen: Κλεάνθης κωνοειδεῖς τοὺς ἀστέρας. — Achill. Tat.: Κλεάνθης αὐτοὺς (sc. τοὺς ἀστέρας) κωνοειδὲς ἔχειν σχῆμά φησι. — Theodoret: κωνοειδεῖς δὲ Κλεάνθης ὁ Στωικός. [34] Fragment 34. Plutarch [Aëtius], Opinions of the Philosophers 2.16.1; Galen, History of Philosophy 13 Plut.: Ἀναξαγόρας καὶ Δημόκριτος καὶ Κλεάνθης ἀπὸ ἀνατολῶν ἐπὶ δυσμὰς φέρεσθαι πάντας τοὺς ἀστέρας. — Galen: Ἀ(ναξαγόρας) καὶ Δ(ημόκριτος) καὶ Κλ(εάνθης) ἀπὸ ἀνατολῶν εἰς δυσμὰς φέρεσθαι τοὺς ἀστέρας νομίζουσιν. [35] Fragment 35. Geminus, Elements of Astronomy p. 53 (in Petau's Uranologion) ὑπὸ τὴν διακεκαυμένην ζώνην τινὲς τῶν ἀρχαίων ἀπεφήναντο, ὧν ἐστι καὶ Κλεάνθης ὁ Στωικὸς φιλόσοφος, ὑποκεχύσθαι μεταξὺ τῶν τροπικῶν τὸν ὠκεανόν. [36] Fragment 36. Tertullian, On the Soul 5; Nemesius, On the Nature of Man p. 32; Tertullian, On the Soul 25 Tert. An. 5: vult et Cleanthes non solum corporis lineamentis, sed et animae notis similitudinem parentibus in filios respondere, de speculo scilicet morum et ingeniorum et adfectuum: corporis autem similitudinem et dissimilitudinem capere: et animam itaque corpus similitudini vel dissimilitudini obnoxiam. item corporalium et incorporalium passiones inter se non communicare. porro et animam compati corpori, cui laeso ictibus, vulneribus, ulceribus condolescit, et corpus animae, cui adflictae cura, angore, amore coaegrescit, per detrimentum scilicet vigoris, cuius pudorem et pavorem rubore atque pallore testetur. igitur anima corpus ex corporalium passionum communione. — Nemes.: ὁ Κλεάνθης τοιόνδε πλέκει συλλογισμόν· οὐ μόνον, φησίν, ὅμοιοι τοῖς γονεῦσι γινόμεθα κατὰ τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ψυχήν, τοῖς πάθεσι, τοῖς ἤθεσι, ταῖς διαθέσεσι· σώματος δὲ τὸ ὅμοιον καὶ τὸ ἀνόμοιον, οὐχὶ δὲ ἀσωμάτου· σῶμα ἄρα ἡ ψυχή. … ἔτι δὲ ὁ Κλεάνθης φησίν· οὐδὲν ἀσώματον συμπάσχει σώματι, οὐδὲ ἀσωμάτῳ σῶμα, ἀλλὰ σῶμα σώματι· συμπάσχει δὲ ἡ ψυχὴ τῷ σώματι νοσοῦντι καὶ τεμνομένῳ, καὶ τὸ σῶμα τῇ ψυχῇ· αἰσχυνομένης γοῦν ἐρυθρὸν γίνεται καὶ φοβουμένης ὠχρόν· σῶμα ἄρα ἡ ψυχή. — Tert. An. 25: unde oro te similitudine animae quoque parentibus de ingeniis respondemus secundum Cleanthis testimonium, si non ex animae semine educimur? [37] Fragment 37. Stobaeus, Eclogues 1.48.7 Πυθαγόρας, Ἀναξαγόρας, Πλάτων, Ξενοκράτης, Κλεάνθης θύραθεν εἰσκρίνεσθαι τὸν νοῦν. [38] Fragment 38. Cross-reference = Zeno, frag. 83. [39] Fragment 39. Cross-reference = Zeno, frag. 87. [40] Fragment 40. Cross-reference = Zeno, frag. 88. [41] Fragment 41. Diogenes Laertius, Lives 7.157 Κλεάνθης μὲν οὖν πάσας ἐπιδιαμένειν (τὰς ψυχὰς) μέχρι τῆς ἐκπυρώσεως, Χρύσιππος δὲ τὰς τῶν σοφῶν μόνον. [42] Fragment 42. Cicero, On the Nature of the Gods 2.24 quod quidem Cleanthes his etiam argumentis docet, quanta vis insit caloris in omni corpore: negat enim ullum esse cibum tam gravem, quin is die et nocte concoquatur, cuius etiam in reliquiis inest calor iis, quas natura respuerit. [43] Fragment 43. Seneca, Letters 113.18 inter Cleanthem et discipulum eius Chrysippum non convenit quid sit ambulatio: Cleanthes ait, spiritum esse a principali usque in pedes permissum; Chrysippus ipsum principale. [44] Fragment 44. Clement of Alexandria, Stromata 7.6.33 ὅθεν καὶ ὁ Αἴσωπος οὐ κακῶς ἔφη τοὺς ὗς κεκραγέναι μέγιστον ὅταν ἕλκωνται· συνειδέναι γὰρ αὑτοῖς εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησίμοις ἢ πλὴν εἰς τὴν θυσίαν. διὸ καὶ Κλεάνθης φησὶν ἀνθ᾽ ἁλῶν αὐτοὺς ἔχειν τὴν ψυχήν, ἵνα μὴ σαπῇ τὰ κρέα. [45] Fragment 45. Plutarch, On the Cleverness of Animals 11.2–3; Aelian, On the Nature of Animals 6.50 Plut.: ὁ μὲν οὖν Κλεάνθης ἔλεγε, καίπερ οὐ φάσκων μετέχειν λόγου τὰ ζῷα, τοιαύτῃ θεωρίᾳ παρατυχεῖν· μύρμηκας ἐλθεῖν ἐπὶ μυρμηκιὰν ἑτέραν μύρμηκα νεκρὸν φέροντας· ἀνιόντας οὖν ἐκ τῆς μυρμηκιᾶς ἑτέρους οἷον ἐντυγχάνειν αὐτοῖς καὶ πάλιν κατέρχεσθαι· καὶ τοῦτο δὶς ἢ τρὶς γενέσθαι· τέλος δέ, τοὺς μὲν κάτωθεν ἀνενεγκεῖν ὥσπερ λύτρα τοῦ νεκροῦ σκώληκα, τοὺς δ᾽ ἐκεῖνον ἀραμένους, ἀποδόντας δὲ τὸν νεκρὸν οἴχεσθαι. — Ael.: Κλεάνθην τὸν Ἄσσιον κατηνάγκασε καὶ ἄκοντα εἶξαι καὶ ἀποστῆναι τοῖς ζῴοις τοῦ καὶ ἐκεῖνα λογισμοῦ μὴ διαμαρτάνειν, ἀντιλέγοντα ἰσχυρῶς καὶ κατὰ κράτος, ἱστορία τοιαύτη, φασίν. ἔτυχεν ὁ Κλεάνθης καθήμενος καὶ μέντοι καὶ σχολὴν ἄγων μακροτέραν ἄλλως· οὐκοῦν μύρμηκες παρὰ τοῖς ποσὶν ἦσαν αὐτῷ πολλοί· ὁ δὲ ἄρα ὁρᾷ ἐξ ἀτραποῦ τινος ἑτέρας νεκρὸν μύρμηκα μύρμηκας ἄλλους κομίζοντας εἰς οἶκον ἑτέρων, καὶ ἑαυτοῖς οὐ συντρόφων, καὶ ἐπί γε τῷ χείλει τῆς μυρμηκιᾶς ἑστῶτας αὐτῷ νεκρῷ, καὶ ἀνιόντας κάτωθεν ἑτέρους καὶ συνόντας τοῖς ξένοις ὡς ἐπί τινι, εἶτα κατιόντας τοὺς αὐτούς, καὶ πλεονάκις τοῦτο· καὶ τελευτῶντας σκώληκα, οἱονεὶ λύτρα, κομίσαι· τοὺς δὲ ἐκεῖνον μὲν λαβεῖν, προέσθαι δὲ ὅνπερ οὖν ἐπήγοντο νεκρόν· καὶ ἐκείνους ὑποδέξασθαι ἀσμένως, ὡς υἱὸν κομιζομένους ἢ ἀδελφόν. [46] Fragment 46. Cicero, On the Nature of the Gods 1.37 idemque (Cleanthes) quasi delirans in iis libris, quos scripsit contra voluptatem, tum fingit formam quandam et speciem deorum, tum divinitatem omnem tribuit astris, tum nihil ratione censet esse divinius. [47] Fragment 47. Plutarch, On Common Conceptions 31.5 ἀλλὰ Χρύσιππος καὶ Κλεάνθης ἐμπεπληκότες, ὡς ἔπος εἰπεῖν, τῷ λόγῳ θεῶν τὸν οὐρανόν, τὴν γῆν, τὸν ἀέρα, τὴν θάλατταν, οὐδένα τῶν τοσούτων ἄφθαρτον οὐδ᾽ ἀΐδιον ἀπολελοίπασι, πλὴν μόνου τοῦ Διός, εἰς ὃν πάντας καταναλίσκουσι τοὺς ἄλλους … ταῦτα δὲ οὐ … τοῖς δόγμασιν ἕπεται, ἀλλ᾽ αὐτοὶ μέγα βοῶντες ἐν τοῖς περὶ θεῶν καὶ προνοίας εἱμαρμένης τε καὶ φύσεως γράμμασι διαρρήδην λέγουσι τοὺς θεοὺς ἅπαντας εἶναι γεγονότας καὶ φθαρησομένους ὑπὸ πυρός, τηκτοὺς κατ᾽ αὐτοὺς ὥσπερ κηρίνους ἢ καττιτερίνους ὄντας. ### Ὕμνος εἰς Δία [48] Fragment 48. Stobaeus, Eclogues 1.1.12 (p. 25.3 Wachsmuth) Κλεάνθους. κύδιστ᾽ ἀθανάτων, πολυώνυμε, παγκρατὲς αἰεί, Ζεῦ, φύσεως ἀρχηγέ, νόμου μέτα πάντα κυβερνῶν, χαῖρε· σὲ γὰρ πάντεσσι θέμις θνητοῖσι προσαυδᾶν. ἐκ σοῦ γὰρ γένος ἐσμέν, †ἤχου μίμημα λαχόντες μοῦνοι, ὅσα ζώει τε καὶ ἕρπει θνήτ᾽ ἐπὶ γαῖαν· τῷ σε καθυμνήσω καὶ σὸν κράτος αἰὲν ἀείσω. σοὶ δὴ πᾶς ὅδε κόσμος, ἑλισσόμενος περὶ γαῖαν, πείθεται, ᾗ κεν ἄγῃς, καὶ ἑκὼν ὑπὸ σεῖο κρατεῖται· τοῖον ἔχεις ὑποεργὸν ἀνικήτοις ἐνὶ χερσὶν ἀμφήκη, πυρόεντ᾽, ἀειζώοντα κεραυνόν· τοῦ γὰρ ὑπὸ πληγῆς φύσεως πάντ᾽ ἐρρίγα<σιν>· ᾧ σὺ κατευθύνεις κοινὸν λόγον, ὃς διὰ πάντων φοιτᾷ, μιγνύμενος μεγάλοις μικροῖς τε φάεσσι· [ὡς τόσσος γεγαὼς ὕπατος βασιλεὺς διὰ παντός,] οὐδέ τι γίγνεται ἔργον ἐπὶ χθονὶ σοῦ δίχα, δαῖμον, οὔτε κατ᾽ αἰθέριον θεῖον πόλον οὔτ᾽ ἐνὶ πόντῳ, πλὴν ὁπόσα ῥέζουσι κακοὶ σφετέρῃσιν ἀνοίαις· ἀλλὰ σὺ καὶ τὰ περισσὰ <τ᾽> ἐπίστασαι ἄρτια θεῖναι, καὶ κοσμεῖν τἄκοσμα, καὶ οὐ φίλα σοὶ φίλα ἐστίν. ὧδε γὰρ εἰς ἓν πάντα συνήρμοκας ἐσθλὰ κακοῖσιν, ὥσθ᾽ ἕνα γίγνεσθαι πάντων λόγον αἰὲν ἐόντα, ὃν φεύγοντες ἐῶσιν ὅσοι θνητῶν κακοί εἰσι, δύσμοροι, οἵ τ᾽ ἀγαθῶν μὲν ἀεὶ κτῆσιν ποθέοντες οὔτ᾽ ἐσορῶσι θεοῦ κοινὸν νόμον, οὔτε κλύουσιν, ᾧ κεν πειθόμενοι σὺν νῷ βίον ἐσθλὸν ἔχοιεν. αὐτοὶ δ᾽ αὖθ᾽ ὁρμῶσιν ἄνοι κακὸν ἄλλος ἐπ᾽ ἄλλο, οἱ μὲν ὑπὲρ δόξης σπουδὴν δυσέριστον ἔχοντες, οἱ δ᾽ ἐπὶ κερδοσύνας τετραμμένοι οὐδενὶ κόσμῳ, ἄλλοι δ᾽ εἰς ἄνεσιν καὶ σώματος ἡδέα ἔργα …… ἐπ᾽ ἄλλοτε δ᾽ ἄλλα φέροντες, σπεύδοντες μάλα πάμπαν ἐναντία τῶνδε γενέσθαι. ἀλλὰ Ζεῦ πάνδωρε, κελαινεφές, ἀργικέραυνε, ἀνθρώπους <μὲν> ῥύου ἀπειροσύνης ἀπὸ λυγρῆς, ἣν σύ, πάτερ, σκέδασον ψυχῆς ἄπο, δὸς δὲ κυρῆσαι γνώμης, ᾗ πίσυνος σὺ δίκης μέτα πάντα κυβερνᾷς, ὄφρ᾽ ἂν τιμηθέντες ἀμειβώμεσθά σε τιμῇ, ὑμνοῦντες τὰ σὰ ἔργα διηνεκές, ὡς ἐπέοικε θνητὸν ἐόντ᾽, ἐπεὶ οὔτε βροτοῖς γέρας ἄλλο τι μεῖζον, οὔτε θεοῖς, ἢ κοινὸν ἀεὶ νόμον ἐν δίκῃ ὑμνεῖν. [49] Fragment 49. Philodemus, On Music col. 28.1 εἰ μ<ή> γε π<αρὰ> Κλεάν<θ>ει λέγειν <αὐτὰ> θελήσουσ<ι>ν, ὅς φησιν ἀμείνο<νά> γε εἶναι τὰ ποιητικὰ καὶ <μουσ>ικὰ παραδεί<γμ>ατα, καί, τοῦ <λόγ>ου τοῦ τῆς φιλοσοφίας ἱκανῶ<ς> μὲν ἐξαγ<γ>έλλει<ν δ>υναμένου τὰ θε<ῖ>α καὶ ἀ<ν>θ<ρ>ώ<πινα, μ>ὴ ἔχον<τ>ος δὲ ψιλοῦ τῶν θείων μεγεθῶν λέξεις οἰκείας, τὰ μέτ<ρα> καὶ τὰ μέλη καὶ τοὺς ῥυθμοὺς ὡς μάλ<ι>στα προσικνεῖσθαι πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῆς τῶν θείων θ<εω>ρίας. [50] Fragment 50. Seneca, Letters 108.10 Nam, ut dicebat Cleanthes, quemadmodum spiritus noster clariorem sonum reddit, quum illum tuba, per longi canalis angustias tractum, potentiorem novissimo exitu effudit; sic sensus nostros clariores carminis arta necessitas efficit. [51] Fragment 51. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 9.88–91 ὁ δὲ Κλεάνθης οὕτως συνηρώτα· εἰ φύσις φύσεώς ἐστι κρείττων, εἴη ἄν τις ἀρίστη φύσις· εἰ ψυχὴ ψυχῆς ἐστι κρείττων, εἴη ἄν τις ἀρίστη ψυχή· καὶ εἰ ζῷον τοίνυν κρεῖττόν ἐστι ζῴου, εἴη ἄν τι κράτιστον ζῷον. οὐ γὰρ εἰς ἄπειρον ἐκπίπτειν πέφυκε τὰ τοιαῦτα· ὡσπεροῦν οὔτε ἡ φύσις ἐδύνατο ἐπ᾽ ἄπειρον αὔξεσθαι κατὰ τὸ κρεῖττον οὔθ᾽ ἡ ψυχὴ οὔτε τὸ ζῷον. (89) ἀλλὰ μὴν ζῷον ζῴου κρεῖττόν ἐστιν, ὡς ἵππος χελώνης, εἰ τύχοι, καὶ ταῦρος ὄνου καὶ λέων ταύρου. πάντων δὲ σχεδὸν τῶν ἐπιγείων ζῴων καὶ σωματικῇ καὶ ψυχικῇ διαθέσει προέχει τε καὶ κρατιστεύει ὁ ἄνθρωπος· τοίνυν κράτιστον ἂν εἴη ζῷον καὶ ἄριστον. (90) καὶ οὐ πάνυ τι ὁ ἄνθρωπος κράτιστον εἶναι δύναται ζῷον, οἷον εὐθέως ὅτι διὰ κακίας πορεύεται τὸν πάντα χρόνον, εἰ δὲ μή γε, τὸν πλεῖστον (καὶ γὰρ εἴ ποτε περιγένοιτο ἀρετῆς, ὀψὲ καὶ πρὸς ταῖς τοῦ βίου δυσμαῖς περιγίγνεται), ἐπίκηρόν τ᾽ ἐστὶ καὶ ἀσθενὲς καὶ μυρίων δεόμενον βοηθημάτων, καθάπερ τροφῆς καὶ σκεπασμάτων καὶ τῆς ἄλλης τοῦ σώματος ἐπιμελείας, πικροῦ τινος τυράννου τρόπον ἐφεστῶτος ἡμῖν καὶ τὸν πρὸς ἡμέραν δασμὸν ἀπαιτοῦντος, καὶ εἰ μὴ παρέχοιμεν ὥστε λούειν αὐτὸ καὶ ἀλείφειν καὶ περιβάλλειν καὶ τρέφειν, νόσους καὶ θάνατον ἀπειλοῦντος. ὥστε οὐ τέλειον ζῷον ὁ ἄνθρωπος, ἀτελὲς δὲ καὶ πολὺ κεχωρισμένον τοῦ τελείου. (91) τὸ δὲ τέλειον καὶ ἄριστον κρεῖττον μὲν ἂν ὑπάρχοι ἀνθρώπου καὶ πάσαις ταῖς ἀρεταῖς συμπεπληρωμένον καὶ παντὸς κακοῦ ἀνεπίδεκτον, τοῦτο δὲ οὐ διοίσει θεοῦ. ἔστιν ἄρα θεός. [52] Fragment 52. Cicero, On the Nature of the Gods 2.13–15; 3.16 N. D. 2.13–15: Cleanthes quidem noster quattuor de causis dixit in animis hominum informatas deorum esse notiones. primam posuit eam, de qua modo dixi, quae orta esset ex praesensione rerum futurarum: alteram quam ceperimus ex magnitudine commodorum, quae percipiuntur caeli temperatione, fecunditate terrarum, aliarumque commoditatum complurium copia: tertiam quae terreret animos fulminibus, tempestatibus, nimbis, nivibus, grandinibus, vastitate, pestilentia, terrae motibus et saepe fremitibus, lapideisque imbribus et guttis imbrium quasi cruentis, tum labibus aut repentinis terrarum hiatibus, tum praeter naturam hominum pecudumque portentis, tum facibus visis caelestibus, tum stellis iis, quas Graeci cometas, nostri cincinnatas vocant … tum sole geminato … quibus exterriti homines vim quandam esse caelestem et divinam suspicati sunt: quartam caussam esse eamque vel maximam aequabilitatem motus, conversionem caeli, solis, lunae, siderumque omnium distinctionem, varietatem, pulcritudinem, ordinem, quarum rerum aspectus ipse satis indicaret non esse ea fortuita. — N. D. 3.16: nam Cleanthes, ut dicebas, quattuor modis formatas in animis hominum putat deorum esse notiones. unus is modus est … qui est susceptus ex praesensione rerum futurarum; alter ex perturbationibus tempestatum et reliquis motibus; tertius ex commoditate rerum quas percipimus et copia; quartus ex astrorum ordine caelique constantia. [53] Fragment 53. Epiphanius, Against Heresies 3.2.9 (3.37) Κλεάνθης τὸ ἀγαθὸν καὶ καλὸν λέγει εἶναι τὰς ἡδονάς, καὶ ἄνθρωπον ἐκάλει μόνην τὴν ψυχήν, καὶ τοὺς θεοὺς μυστικὰ σχήματα ἔλεγεν εἶναι καὶ κλήσεις ἱεράς, καὶ δᾳδοῦχον ἔφασκεν εἶναι τὸν ἥλιον, καὶ τὸν κόσμον μύστας καὶ τοὺς κατόχους τῶν θείων τελετὰς ἔλεγε. [54] Fragment 54. Philodemus, On Piety fr. 13 ἐν δὲ τῷ δευτέ<ρῳ> (scil. περὶ θεῶν Χρύσιππος) τά τ<ε> εἰς Ὀρφέα <καὶ Μ>ουσαῖον ἀναφε<ρόμ>ε<ν>α καὶ <τ>ὰ παρ᾽ <Ὁ>μήρῳ καὶ Ἡσιόδ<ῳ> καὶ Εὐρι<π>ίδῃ κ<αὶ> ποιηταῖς ἄλλοις <ὡ>ς κα<ὶ> Κλεάνθης <π>ειρᾶτα<ι συν>οικειοῦ<ν> ταῖς δόξαις αὐτῶ<ν>. [55] Fragment 55. Plutarch, How the Young Man Should Listen to Poetry 11 δεῖ δὲ μηδὲ τῶν ὀνομάτων ἀμελῶς ἀκούειν, ἀλλὰ τὴν μὲν Κλεάνθους παιδιὰν παραιτεῖσθαι· κατειρωνεύεται γὰρ ἔστιν ὅτε προσποιούμενος ἐξηγεῖσθαι τὸ «Ζεῦ πάτερ Ἴδηθεν μεδέων» καὶ τὸ «Ζεῦ ἄνα Δωδωναῖε», κελεύων ἀναγιγνώσκειν ὑφ᾽ ἕν, ὡς τὸν ἐκ τῆς γῆς ἀναθυμιώμενον ἀέρα διὰ τὴν ἀνάδοσιν ἀναδωδωναῖον ὄντα. [56] Fragment 56. Plutarch, On Isis and Osiris 66 Φερσεφόνην δέ φησί που Κλεάνθης τὸ διὰ τῶν καρπῶν φερόμενον καὶ φονευόμενον πνεῦμα. [57] Fragment 57. Macrobius, Saturnalia 1.18.14 unde Cleanthes ita cognominatum scribit (Dionysum) ἀπὸ τοῦ διανύσαι, quia cotidiano impetu ab oriente ad occasum diem noctemque faciendo caeli conficit cursum. [58] Fragment 58. Macrobius, Saturnalia 1.17.8 Cleanthes (Apollinem) ὡς ἀπ᾽ ἄλλων καὶ ἄλλων τόπων τὰς ἀνατολὰς ποιούμενον, quod ab aliis atque aliis locorum declinationibus faciat ortus. [59] Fragment 59. Macrobius, Saturnalia 1.17.36 Cleanthes Lycium Apollinem appellatum notat quod, veluti lupi pecora rapiunt, ita ipse quoque humorem eripit radiis. [60] Fragment 60. Macrobius, Saturnalia 1.17.31 Λοξίας cognominatur, ut ait Oenopides, ὅτι ἐκπορεύεται τὸν λοξὸν κύκλον ἀπὸ δυσμῶν ἐπ᾽ ἀνατολὰς κινούμενος, id est quod obliquum circulum ab occasu ad orientem pergit: aut, ut Cleanthes scribit, ἐπειδὴ καθ᾽ ἕλικας κινεῖται, λοξαὶ γάρ εἰσι καὶ αὗται, quod flexuosum iter pergit. [61] Fragment 61. Photius, Lexicon s.v. leschai (p. 158 ed. Hermann) Κλεάνθης δέ φησιν ἀπονενεμῆσθαι τῷ Ἀπόλλωνι τὰς λέσχας, ἐξέδραις δὲ ὁμοίας γίνεσθαι, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν Ἀπόλλω παρ᾽ ἐνίοις Λεσχηνόριον ἐπικαλεῖσθαι. [62] Fragment 62. Cornutus, On the Nature of the Gods 31 (end) τοὺς δὲ δώδεκα ἄθλους ἐνδέχεται μὲν ἀναγαγεῖν οὐκ ἀλλοτρίως ἐπὶ τὸν θεόν, ὡς καὶ Κλεάνθης ἐποίησεν· οὐ δεῖν δὲ δοκεῖ πανταχοῦ εὑρεσίλογον πρεσβεύειν. [63] Fragment 63. Scholia on Homer, Iliad 3.64 (Bekker p. 99b28) Κλεάνθης δὲ ἐν Λέσβῳ οὕτω τιμᾶσθαι χρυσῆν Ἀφροδίτην. [64] Fragment 64. Athenaeus, Deipnosophists 13.572f πόρνης δὲ Ἀφροδίτης ἱερόν ἐστι παρὰ Ἀβυδηνοῖς, ὥς φησι Πάμφιλος· κατεχομένης γὰρ τῆς πόλεως δουλείᾳ, τοὺς φρουροὺς τοὺς ἐν αὐτῇ ποτε θύσαντας, ὡς ἱστορεῖ Κλεάνθης ἐν τοῖς Μυθικοῖς, καὶ μεθυσθέντας ἑταίρας πλείονας προσλαβεῖν· ὧν μίαν, κατακοιμηθέντας αὐτοὺς ἰδοῦσαν, ἀνελομένην τὰς κλεῖς καὶ τὸ τεῖχος ὑπερβᾶσαν, ἀπαγγεῖλαι τοῖς Ἀβυδηνοῖς. τοὺς δ᾽ αὐτίκα μεθ᾽ ὅπλων ἀφικομένους ἀνελεῖν μὲν τοὺς φύλακας, κρατήσαντας δὲ τῶν τειχῶν καὶ γενομένους ἐγκρατεῖς τῆς ἐλευθερίας, χαριστήρια τῇ πόρνῃ ἀποδιδόντας Ἀφροδίτης Πόρνης ναὸν ἱδρύσασθαι. [65] Fragment 65. Scholia on Homer, Odyssey 1.52 (Cramer, Anecdota Oxoniensia 3.416) ὀλοόφρονος] Κλεάνθης δασύνει· τοῦ περὶ τῶν ὅλων φρονοῦντος. — Eustath. in Hom. p. 1389.55: τὸν Ἄτλαντα … οἱ μὲν ἀλληγοροῦσιν εἰς τὴν ἀκάματον καὶ ἀκοπίατον πρόνοιαν τὴν πάντων αἰτίαν, καὶ ὀλοόφρονα τὸν τοιοῦτον Ἄτλαντα νοοῦσιν, ὡς τὸν ὑπὲρ ὅλων φρονοῦντα, ἤγουν τῶν ὅλων φροντιστικόν. διὸ καὶ ὁ Κλεάνθης, ὥς φασιν, ἐδάσυνε τὸ ο τῆς ἀρχούσης. [66] Fragment 66. Apollonius the Sophist, Homeric Lexicon s.v. mōly (p. 114 Bekker; on Odyssey 10.305) Κλεάνθης δὲ ὁ φιλόσοφος ἀλληγορικῶς φησι δηλοῦσθαι τὸν λόγον, δι᾽ οὗ μωλύνονται αἱ ὁρμαὶ καὶ τὰ πάθη. [67] Fragment 67. Contest of Homer and Hesiod p. 4.18 (ed. Nietzsche) Ἑλλάνικος μὲν γὰρ καὶ Κλεάνθης Μαίονα (sic coni. Sturz et Welcker pro Βίονα) λέγουσι (πατέρα Ὁμήρου). [68] Fragment 68. Porphyry, Life of Pythagoras 1–2 Κλεάνθης ἐν τῷ πέμπτῳ τῶν Μυθικῶν Σύρον, ἐκ Τύρου τῆς Συρίας (scil. Mnesarchum, Pythagorae patrem). σιτοδείας δὲ καταλαβούσης τοὺς Σαμίους προσπλεύσαντα τὸν Μνήσαρχον κατ᾽ ἐμπορίαν μετὰ σίτου τῇ νήσῳ καὶ ἀποδόμενον τιμηθῆναι πολιτείᾳ. Πυθαγόρου δ᾽ ἐκ παίδων εἰς πᾶσαν μάθησιν ὄντος εὐφυοῦς, τὸν Μνήσαρχον ἀπαγαγεῖν αὐτὸν εἰς Τύρον, ἐκεῖ δὲ τοῖς Χαλδαίοις συστάντα μετασχεῖν τούτων ἐπὶ πλεῖον ποιῆσαι, ἐπανελθόντα δ᾽ εἰς τὴν Ἰωνίαν ἐντεῦθεν τὸν Πυθαγόραν πρῶτον μὲν Φερεκύδῃ τῷ Συρίῳ ὁμιλῆσαι, δεύτερον δ᾽ Ἑρμοδάμαντι τῷ Κρεωφυλίῳ ἐν Σάμῳ ἤδη γηράσκοντι. λέγει δ᾽ ὁ Κλεάνθης ἄλλους εἶναι οἳ τὸν πατέρα αὐτοῦ Τυρηνὸν ἀποφαίνονται τῶν τὴν Λῆμνον ἀποικησάντων· ἐντεῦθεν δὲ κατὰ πρᾶξιν εἰς Σάμον ἐλθόντα καταμεῖναι καὶ ἀστὸν γενέσθαι. πλέοντος δὲ τοῦ Μνησάρχου εἰς τὴν Ἰταλίαν συμπλεύσαντα τὸν Πυθαγόραν νέον ὄντα κομιδῇ σφόδρα οὖσαν εὐδαίμονα καὶ τόθ᾽ ὕστερον εἰς αὐτὴν ἀποπλεῦσαι. καταλέγει δ᾽ αὐτοῦ καὶ ἀδελφοὺς δύο, Εὔνουστον καὶ Τυρρηνόν, πρεσβυτέρους. — Clem. Alex. Strom. 1 (p. 129 S.): ὡς δὲ Κλεάνθης (MSS. Νεάνθης) Σύριος ἢ Τύριος (fuit Pythagoras). — Theodoret, Graec. aff. cur. p. 8.43: ὁ δὲ Κλεάνθης (MSS. Νεάνθης) Τύριον (Πυθαγόραν) ὀνομάζει. [69] Fragment 69. Pseudo-Plutarch, On Rivers 5.3 παράκειται δ᾽ [αὐτῷ] τὸ Καυκάσιον ὄρος· ἐκαλεῖτο δὲ τὸ πρότερον Βορέου κοίτη δι᾽ αἰτίαν τοιαύτην. Βορέας δι᾽ ἐρωτικὴν ἐπιθυμίαν Χιόνην ἁρπάσας, τὴν Ἀρκτούρου θυγατέρα, κατήνεγκεν εἴς τινα λόφον Νιφάντην καλούμενον, καὶ ἐγέννησεν ἐκ τῆς προειρημένης υἱὸν Ὕρπακα, τὸν διαδεξάμενον Ἡνιόχου τὴν βασίλειαν. μετωνομάσθη δὲ τὸ ὄρος κοίτη Βορέου. προσηγορεύθη δὲ Καύκασος διὰ περίστασιν τοιαύτην. μετὰ τὴν γιγαντομαχίαν Κρόνος ἐκκλίνων τὰς Διὸς ἀπειλάς, ἔφυγεν εἰς τὴν ἀκρώρειαν Βορέου κοίτης, καὶ εἰς κροκόδειλον μεταμορφωθεὶς ⟨ἔλαθεν· ὁ δὲ Προμηθεὺς⟩ ἕνα τῶν ἐγχωρίων ποιμένα, Καύκασον, ἀναταμών, καὶ κατανοήσας αὐτοῦ τὴν διάθεσιν τῶν σπλάγχνων, εἶπεν οὐ μακρὰν εἶναι τοὺς πολεμίους. ὁ δὲ Ζεὺς ἐπιφανεὶς τὸν μὲν πατέρα δήσας πλεκτῷ ἐρίῳ κατεταρτάρωσε· τὸ δ᾽ ὄρος εἰς τιμὴν τοῦ ποιμένος Καύκασον μετονομάσας, προσέδησεν αὐτῷ τὸν Προμηθέα καὶ ἠνάγκασεν αὐτὸν ὑπὸ σπλαγχνοφάγου ἀετοῦ βασανίζεσθαι, ὅτι παρηνόμησεν εἰς τὰ σπλάγχνα, ὡς ἱστορεῖ Κλεάνθης ἐν γ΄ Θεομαχίας. [70] Fragment 70. Pseudo-Plutarch, On Rivers 5.4 γεννᾶται δ᾽ ἐν αὐτῷ (Caucasus) βοτάνη Προμήθειος καλουμένη, ἣν Μήδεια συλλέγουσα καὶ λειοτριβοῦσα, πρὸς ἀντιπαθείας τοῦ πατρὸς ἐχρήσατο, καθὼς ἱστορεῖ ὁ αὐτός (scil. Cleanthes). [71] Fragment 71. Pseudo-Plutarch, On Rivers 17.4 γεννᾶται δ᾽ ἐν αὐτῷ (Taygetus) βοτάνη καλουμένη Χαρισία, ἣν ⟨αἱ⟩ γυναῖκες ἔαρος ἀρχομένου τοῖς τραχήλοις περιάπτουσι καὶ ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν συμπαθέστερον ἀγαπῶνται· καθὼς ἱστορεῖ Κλεάνθης ἐν α΄ Περὶ ὀρῶν. [72] Fragment 72. Stobaeus, Eclogues 2.7.6a (p. 76.3 Wachsmuth); Clement of Alexandria, Stromata 2.21.129 Κλεάνθης … οὕτως ἀπέδωκε· τέλος ἐστὶ τὸ ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν. — Clem. Alex. Strom. 2.21.129: Κλεάνθης δὲ (scil. τέλος ἡγεῖται) τὸ ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν ἐν τῷ εὐλογιστεῖν, ὃ ἐν τῇ τῶν κατὰ φύσιν ἐκλογῇ κεῖσθαι διελάμβανεν. [73] Fragment 73. Diogenes Laertius, Lives 7.89 φύσιν δὲ Χρύσιππος μὲν ἐξακούει, ᾗ ἀκολούθως δεῖ ζῆν, τήν τε κοινὴν καὶ ἰδίως τὴν ἀνθρωπίνην· ὁ δὲ Κλεάνθης τὴν κοινὴν μόνην ἐκδέχεται φύσιν, ᾗ ἀκολουθεῖν δεῖ, οὐκέτι δὲ καὶ τὴν ἐπὶ μέρους. τήν τε ἀρετὴν διάθεσιν εἶναι ὁμολογουμένην· καὶ αὐτὴν δι᾽ αὑτὴν εἶναι αἱρετήν, οὐ διά τινα φόβον ἢ ἐλπίδα ἤ τι τῶν ἔξωθεν· ἐν αὐτῇ τε εἶναι τὴν εὐδαιμονίαν, ἅτε οὔσῃ ψυχῇ πεποιημένῃ πρὸς τὴν ὁμολογίαν παντὸς τοῦ βίου· διαστρέφεσθαι δὲ τὸ λογικὸν ζῷον ποτὲ μὲν διὰ τὰς τῶν ἔξωθεν πραγματειῶν πιθανότητας, ποτὲ δὲ διὰ τὴν κατήχησιν τῶν συνόντων· ἐπεὶ ἡ φύσις ἀφορμὰς δίδωσιν ἀδιαστρόφους. [74] Fragment 74. Stobaeus, Eclogues 2.7.6e (p. 77.21 Wachsmuth); Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 11.30 εὐδαιμονία δ᾽ ἐστὶν εὔροια βίου. κέχρηται δὲ καὶ Κλεάνθης τῷ ὅρῳ τούτῳ ἐν τοῖς ἑαυτοῦ συγγράμμασι καὶ ὁ Χρύσιππος καὶ οἱ ἀπὸ τούτων πάντες, τὴν εὐδαιμονίαν εἶναι λέγοντες οὐχ ἑτέραν τοῦ εὐδαίμονος βίου, καίτοι γε λέγοντες τὴν μὲν εὐδαιμονίαν σκοπὸν ἐκκεῖσθαι, τέλος δ᾽ εἶναι τὸ τυχεῖν τῆς εὐδαιμονίας, ὅπερ ταὐτὸν εἶναι τῷ εὐδαιμονεῖν. — Sext. Emp. Math. 11.30: εὐδαιμονία δέ ἐστιν, ὡς οἱ περὶ τὸν Κλεάνθην, εὔροια βίου. [75] Fragment 75. Clement of Alexandria, Protrepticus 6.72 Κλεάνθης δὲ ὁ Ἀσσεύς, ὁ ἀπὸ τῆς Στοᾶς φιλόσοφος, ὃς οὐ θεογονίαν ποιητικὴν θεολογίαν δὲ ἀληθινὴν ἐνδείκνυται, οὐκ ἀπεκρύψατο τοῦ θεοῦ πέρι ὅτι περ εἶχεν φρονῶν· τἀγαθὸν ἐρωτᾷς μ᾽ οἷον ἔστ᾽; ἄκουε δή· τεταγμένον, δίκαιον, ὅσιον, εὐσεβές, κρατοῦν ἑαυτοῦ, χρήσιμον, καλόν, δέον, αὐστηρόν, αὐθέκαστον, αἰεὶ συμφέρον, ἄφοβον, ἄλυπον, λυσιτελές, ἀνώδυνον, ὠφέλιμον, εὐάρεστον, ἀσφαλές, φίλον, ἔντιμον * * * ὁμολογούμενον, εὐκλεές, ἄτυφον, ἐπιμελές, πρᾷον, σφοδρόν, χρονιζόμενον, ἄμεμπτον, αἰεὶ διαμένον. [76] Fragment 76. Plutarch, On Stoic Self-Contradictions 7.4 ὁ δὲ Κλεάνθης ἐν Ὑπομνήμασι φυσικοῖς εἰπὼν ὅτι «πληγὴ πυρὸς ὁ τόνος ἐστί, κἂν ἱκανὸς ἐν τῇ ψυχῇ γένηται πρὸς τὸ ἐπιτελεῖν τὰ ἐπιβάλλοντα, ἰσχὺς καλεῖται καὶ κράτος», ἐπιφέρει κατὰ λέξιν· «ἡ δ᾽ ἰσχὺς αὕτη καὶ τὸ κράτος, ὅταν μὲν ἐπὶ τοῖς φανεῖσιν ἐμμενετέοις ἐγγένηται, ἐγκράτειά ἐστιν· ὅταν δ᾽ ἐν τοῖς ὑπομενετέοις, ἀνδρεία· περὶ τὰς ἀξίας δέ, δικαιοσύνη· περὶ τὰς αἱρέσεις καὶ ἐκκλίσεις, σωφροσύνη.» [77] Fragment 77. Clement of Alexandria, Stromata 2.22.131 διὸ καὶ Κλεάνθης ἐν τῷ δευτέρῳ Περὶ ἡδονῆς τὸν Σωκράτην φησὶ παρ᾽ ἕκαστα διδάσκειν ὡς ὁ αὐτὸς δίκαιός τε καὶ εὐδαίμων ἀνήρ, καὶ τῷ πρώτῳ διελόντι τὸ δίκαιον ἀπὸ τοῦ συμφέροντος καταρᾶσθαι ὡς ἀσεβές τι πρᾶγμα δεδρακότι· ἀσεβεῖς γὰρ τῷ ὄντι οἱ τὸ συμφέρον ἀπὸ τοῦ δικαίου τοῦ κατὰ νόμον χωρίζοντες. [78] Fragment 78. Diogenes Laertius, Lives 7.92 πλείονας (εἶναι ἀρετὰς ἢ τέτταρας) οἱ περὶ Κλεάνθην καὶ Χρύσιππον καὶ Ἀντίπατρον. [79] Fragment 79. Diogenes Laertius, Lives 7.91 διδακτήν τε εἶναι αὐτήν (λέγω δὲ τὴν ἀρετὴν) καὶ Χρύσιππος ἐν τῷ πρώτῳ Περὶ τέλους φησὶ καὶ Κλεάνθης. [80] Fragment 80. Diogenes Laertius, Lives 7.127 καὶ μὴν τὴν ἀρετὴν Χρύσιππος μὲν ἀποβλητήν, Κλεάνθης δὲ ἀναπόβλητον· ὁ μὲν ἀποβλητὴν διὰ μέθην καὶ μελαγχολίαν, ὁ δὲ ἀναπόβλητον διὰ βεβαίους καταλήψεις. [81] Fragment 81. Diogenes Laertius, Lives 7.128 ἀρέσκει δὲ αὐτοῖς καὶ διὰ παντὸς χρῆσθαι τῇ ἀρετῇ, ὡς οἱ περὶ Κλεάνθην φασίν· ἀναπόβλητος γάρ ἐστι, καὶ πάντοτε τῇ ψυχῇ χρῆται οὔσῃ τελείᾳ ὁ σπουδαῖος. [82] Fragment 82. Stobaeus, Eclogues 2.7.5b8 (p. 65.8 Wachsmuth) πάντας γὰρ ἀνθρώπους ἀφορμὰς ἔχειν ἐκ φύσεως πρὸς ἀρετήν, καὶ οἱονεὶ τὸν τῶν ἡμιαμβείων λόγον ἔχειν κατὰ Κλεάνθην· ὅθεν ἀτελεῖς μὲν ὄντας εἶναι φαύλους, τελειωθέντας δὲ σπουδαίους. [83] Fragment 83. Themistius, Orations 2.27c εἰ δὲ αὖ φήσειέ τις κολακείαν εἶναι τῷ Πυθίῳ παραβάλλειν τὸν βασιλέα, Χρύσιππος μὲν ὑμῖν καὶ Κλεάνθης οὐ συγχωρήσει καὶ ὅλον ἔθνος φιλοσοφίας, ἢ ὁ ἐκ τῆς Ποικίλης χορός, οἱ φάσκοντες εἶναι τὴν αὐτὴν ἀρετὴν καὶ ἀλήθειαν ἀνδρὸς καὶ θεοῦ. [84] Fragment 84. Galen, On the Doctrines of Hippocrates and Plato 5.6 (5.476 Kühn) τὴν μὲν τοῦ Κλεάνθους γνώμην ὑπὲρ τοῦ παθητικοῦ τῆς ψυχῆς ἐκ τῶνδε φαίνεσθαί φησι τῶν ἐπῶν· Λογισμός. τί ποτ᾽ ἔσθ᾽ ὅ τι βούλει, θυμέ; τοῦτό μοι φράσον. Θυμός. ἔχειν, λογισμέ, πᾶν ὃ βούλομαι ποιεῖν. Λ. ναὶ βασιλικόν γε· πλὴν ὅμως εἰπὸν πάλιν. Θ. ὧν ἂν ἐπιθυμῶ ταῦθ᾽ ὅπως γενήσεται. ταυτὶ τὰ ἀμοιβαῖα Κλεάνθους φησὶν εἶναι Ποσειδώνιος, ἐναργῶς ἐκδεικνύμενα τὴν περὶ τοῦ παθητικοῦ τῆς ψυχῆς γνώμην αὐτοῦ, εἴ γε δὴ πεποίηκε τὸν Λογισμὸν τῷ Θυμῷ διαλεγόμενον ὡς ἑταῖρον ἑταίρῳ. [85] Fragment 85. Galen, On the Doctrines of Hippocrates and Plato 9.1 (5.653 Kühn) Ποσειδώνιος … δείκνυσιν ἐν τῇ Περὶ παθῶν πραγματείᾳ διοικουμένους ἡμᾶς ὑπὸ τριῶν δυνάμεων, ἐπιθυμητικῆς τε καὶ θυμοειδοῦς καὶ λογιστικῆς· τῆς δ᾽ αὐτῆς ὁ Ποσειδώνιος ἔλεξεν εἶναι καὶ τὸν Κλεάνθην. [86] Fragment 86. Stobaeus, Florilegium 108.59 ὁ δὲ Κλεάνθης ἔλεγε τὴν λύπην ψυχῆς παράλυσιν. [87] Fragment 87. Galen, On the Doctrines of Hippocrates and Plato 3.5 (5.332 Kühn) οὐ μόνον Χρύσιππος ἀλλὰ καὶ Κλεάνθης καὶ Ζήνων ἑτοίμως αὐτὰ τιθέασιν (scil. τοὺς φόβους καὶ τὰς λύπας καὶ πάνθ᾽ ὅσα τοιαῦτα πάθη κατὰ τὴν καρδίαν συνίστασθαι). = Zeno, frag. 141. [88] Fragment 88. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 11.74 ἀλλὰ Κλεάνθης μὲν μήτε κατὰ φύσιν αὐτὴν (ἡδονὴν) εἶναι μήτ᾽ ἀξίαν ἔχειν [αὐτὴν] ἐν τῷ βίῳ, καθάπερ δὲ τὸ κάλλυντρον κατὰ φύσιν μὴ εἶναι. [89] Fragment 89. Stobaeus, Florilegium 6.37 Κλεάνθης ἔλεγεν, εἰ τέλος ἐστὶν ἡδονή, πρὸς κακοῦ τοῖς ἀνθρώποις τὴν φρόνησιν δεδόσθαι. [90] Fragment 90. Cicero, On Ends 2.69 pudebit te illius tabulae quam Cleanthes sane commode verbis depingere solebat. iubebat eos qui audiebant secum ipsos cogitare pictam in tabula Voluptatem, pulcherrimo vestitu et ornatu regali in solio sedentem: praesto esse Virtutes ut ancillulas, quae nihil aliud agerent, nullum suum officium ducerent, nisi ut Voluptati ministrarent et eam tantum ad aurem admonerent, si modo id pictura intellegi posset, ut caveret ne quid faceret imprudens quod offenderet animos hominum aut quicquam e quo oriretur aliquis dolor. «nos quidem Virtutes sic natae sumus, ut tibi serviremus; aliud negotii nihil habemus.» [91] Fragment 91. Epictetus, Handbook 53; Seneca, Letters 107.10 ἄγου δέ μ᾽, ὦ Ζεῦ, καὶ σύ γ᾽ ἡ πεπρωμένη, ὅποι ποθ᾽ ὑμῖν εἰμὶ διατεταγμένος, ὡς ἕψομαί γ᾽ ἄοκνος· ἢν δὲ μὴ θέλω, κακὸς γενόμενος, οὐδὲν ἧττον ἕψομαι. — Sen. Ep. 107.10: et sic adloquamur Iovem, cuius gubernaculo moles ista dirigitur, quemadmodum Cleanthes noster versibus disertissimis adloquitur; quos mihi in nostrum sermonem mutare permittitur Ciceronis, disertissimi viri, exemplo. si placuerint, boni consules; si displicuerint, scies me in hoc secutum Ciceronis exemplum. duc, o parens celsique dominator poli, quocumque placuit; nulla parendi mora est. adsum impiger. fac nolle, comitabor gemens, malusque patiar, quod pati licuit bono. ducunt volentem fata, nolentem trahunt. [92] Fragment 92. Seneca, Letters 94.4 Cleanthes utilem quidem iudicat et hanc partem (philosophiae quae dat cuique personae praecepta, nec in universum componit hominem, sed marito suadet quomodo se gerat adversus uxorem, patri quomodo educet liberos, domino quomodo servos regat), sed imbecillam nisi ab universo fluit, nisi decreta ipsa philosophiae et capita cognovit. [93] Fragment 93. Cicero, Tusculan Disputations 3.76 sunt qui unum officium consolantis putent malum illud omnino non esse, ut Cleanthi placet. [94] Fragment 94. Cicero, Tusculan Disputations 3.77 nam Cleanthes quidem sapientem consolatur, qui consolatione non eget. nihil enim esse malum, quod turpe non sit, si lugenti persuaseris, non tu illi luctum, sed stultitiam detraxeris; alienum autem tempus docendi. et tamen non satis mihi videtur vidisse hoc Cleanthes, suscipi aliquando aegritudinem posse ex eo ipso, quod esse summum malum Cleanthes ipse fateatur. [95] Fragment 95. Stobaeus, Florilegium 6.19 ὅστις ἐπιθυμῶν ἀνέχετ᾽ αἰσχροῦ πράγματος, οὗτος ποιήσει τοῦτ᾽ ἐὰν καιρὸν λάβῃ. [96] Fragment 96. Stobaeus, Florilegium 28.14 Κλεάνθης ἔφη τὸν ὀμνύοντα ἤτοι εὐορκεῖν ἢ ἐπιορκεῖν καθ᾽ ὃν ὄμνυσι χρόνον. ἐὰν μὲν γὰρ οὕτως ὀμνύῃ ὡς ἐπιτελέσων τὰ κατὰ τὸν ὅρκον, εὐορκεῖν, ἐὰν δὲ πρόθεσιν ἔχων μὴ ἐπιτελεῖν, ἐπιορκεῖν. [97] Fragment 97. Seneca, On Benefits 5.14.1 Cleanthes vehementius agit: «licet», inquit, «beneficium non sit quod accipit, ipse tamen ingratus est: quia non fuit redditurus, etiam si accepisset. sic latro est, etiam antequam manus inquinet: quia ad occidendum iam armatus est, et habet spoliandi atque interficiendi voluntatem. exercetur et aperitur opere nequitia, non incipit. ipsum quod accepit, beneficium non erat, sed vocabatur. sacrilegi dant poenas, quamvis nemo usque ad deos manus porrigat.» [98] Fragment 98. Seneca, On Benefits 6.11.1–2 beneficium voluntas nuda non efficit: sed quod beneficium non esset, si optimae ac plenissimae voluntati fortuna deesset, id aeque beneficium non est, nisi fortunam voluntas antecessit; non enim profuisse te mihi oportet, ut ob hoc tibi obliger, sed ex destinato profuisse. Cleanthes exemplo eiusmodi utitur: «ad quaerendum», inquit, «et arcessendum ex Academia Platonem duos pueros misi; alter totum porticum perscrutatus est, alia quoque loca in quibus illum inveniri posse sperabat percucurrit, et domum non minus lassus quam irritus rediit: alter apud proximum circulatorem resedit, et, dum vagus atque erro vernaculis congregatur et ludit, transeuntem Platonem, quem non quaesierat, invenit. illum», inquit, «laudabimus puerum, qui quantum in se erat quod iussus est fecit: hunc feliciter inertem castigabimus.» [99] Fragment 99. Seneca, On Benefits 6.12.2 multum, ut ait Cleanthes, a beneficio distat negotiatio. [100] Fragment 100. Clement of Alexandria, Stromata 5.3.17 καὶ ἡ Κλεάνθους δὲ τοῦ Στωικοῦ φιλοσόφου ποιητικὴ ὧδέ πως τὰ ὅμοια γράφει· μὴ πρὸς δόξαν ὅρα, ἐθέλων σοφὸς αἶψα γενέσθαι, μηδὲ φοβοῦ πολλῶν ἄκριτον καὶ ἀναιδέα δόξαν· οὐ γὰρ πλῆθος ἔχει συνετὴν κρίσιν οὔτε δικαίαν οὔτε καλήν, ὀλίγοις δὲ παρ᾽ ἀνδράσι τοῦτό κεν εὕροις. [101] Fragment 101. Clement of Alexandria, Stromata 5.14.110 ὁ δὲ αὐτὸς (Κλεάνθης) κατὰ τὸ σιωπώμενον τὴν τῶν πολλῶν διαβάλλων εἰδωλολατρίαν ἐπιφέρει· ἀνελεύθερος πᾶς ὅστις εἰς δόξαν βλέπει, ὡς δὴ παρ᾽ ἐκείνης τευξόμενος καλοῦ τινος. [102] Fragment 102. Mantissa proverbiorum 1.85 (Paroemiographi Graeci 2, p. 757) κακῶς ἀκούειν κρεῖσσον ἢ λέγειν κακῶς. Κλεάνθους. [103] Fragment 103. Stobaeus, Florilegium 42.2 κακουργότερον οὐδὲν διαβολῆς ἔστι πω· λάθρα γὰρ ἀπατήσασα τὸν πεπεισμένον μῖσος ἀναπλάττει πρὸς τὸν οὐδὲν αἴτιον. [104] Fragment 104. Stobaeus, Eclogues 2.7.11i (p. 103.12 Wachsmuth) ἱκανῶς δὲ καὶ Κλεάνθης περὶ τὸ σπουδαῖον εἶναι τὴν πόλιν λόγον ἠρώτησε τοιοῦτον· πόλις μὲν ⟨εἰ⟩ ἔστιν οἰκητήριον κατασκεύασμα, εἰς ὃ καταφεύγοντας ἔστι δίκην δοῦναι καὶ λαβεῖν, οὐκ ἀστεῖον δὴ πόλις ἐστίν; ἀλλὰ μὴν τοιοῦτόν ἐστιν ἡ πόλις οἰκητήριον· ἀστεῖον ἄρ᾽ ἔστιν ἡ πόλις. [105] Fragment 105. Seneca, On Tranquillity of Mind 1.7 promptus compositusque sequor Zenonem, Cleanthem, Chrysippum: quorum tamen nemo ad rem publicam accessit, nemo non misit. [106] Fragment 106. Stobaeus, Florilegium 4.90 Κλεάνθης ἔφη τοὺς ἀπαιδεύτους μόνῃ τῇ μορφῇ τῶν θηρίων διαφέρειν. [107] Fragment 107. Epictetus, Discourses 4.1.173 παράδοξα μὲν ἴσως φασὶν οἱ φιλόσοφοι, καθάπερ καὶ ὁ Κλεάνθης ἔλεγεν, οὐ μὴν παράλογα. [108] Fragment 108. Plutarch, Life of Alcibiades 6.2 ὁ μὲν οὖν Κλεάνθης ἔλεγε τὸν ἐρώμενον ὑφ᾽ ἑαυτοῦ μὲν ἐκ τῶν ὤτων κρατεῖσθαι, τοῖς δ᾽ ἀντερασταῖς πολλὰς λαβὰς παρέχειν ἀθίκτους ἑαυτῷ, τὴν γαστέρα λέγων καὶ τὰ αἰδοῖα καὶ τὸν λαιμόν. [109] Fragment 109. Sextus Empiricus, Outlines of Pyrrhonism 3.200 οἱ περὶ τὸν Κλεάνθην ἀδιάφορον τοῦτο (τὸ τῆς ἀρρενομιξίας) εἶναί φασιν. = Zeno, frag. 182. [110] Fragment 110. Stobaeus, Florilegium 6.20 πόθεν ποτ᾽ ἄρα γίνεται μοιχῶν γένος; ἐκ κριθιῶντος ἀνδρὸς ἐν ἀφροδισίοις. [111] Fragment 111. Plutarch, How the Young Man Should Listen to Poetry 12 (p. 33) ὅθεν οὐδ᾽ αἱ παραδιορθώσεις φαύλως ἔχουσιν, αἷς καὶ Κλεάνθης ἐχρήσατο καὶ Ἀντισθένης· ὁ μὲν κ.τ.λ. … ὁ δὲ Κλεάνθης περὶ τοῦ πλούτου, φίλοις τε δοῦναι σῶμά τ᾽ εἰς νόσους πεσὸν δαπαναῖσι σῶσαι, μεταγράφων οὕτω· πόρναις τε δοῦναι σῶμά τ᾽ εἰς νόσους πεσὸν δαπαναῖς ἐπιτρῖψαι. [112] Fragment 112. Diogenes Laertius, Lives 7.14 ἐνίους δὲ καὶ χαλκὸν εἰσέπραττε τοὺς περιϊσταμένους (ὁ Ζήνων), ὥστε δεδιότας τὸ διδόναι μὴ ἐνοχλεῖν, καθά φησι Κλεάνθης ἐν τῷ Περὶ χαλκοῦ. [113] Fragment 113. Philodemus, On the Philosophers (Volumina Herculanensia 8, col. 13.18) κ⟨αὶ Κλ⟩εάνθης ἐν ⟨τῶ⟩ι Περὶ στ⟨ήλη⟩ς ⟨τῆ⟩ς Διογένους αὐτῆ⟨ς⟩ μνη⟨μονεύ⟩ει καὶ ἐπαιν⟨εῖ⟩ καὶ ⟨μικρὸν⟩ ὕστε⟨ρ⟩ον ἐν αὐτ⟨ῶι τού⟩τ⟨ωι καθά⟩π⟨ερ ἑτ⟩έρ⟨ω⟩θ᾽ ἐνίων ⟨ἔ⟩χθεσι⟨ν⟩ [l. ἔκθεσιν] ⟨ποι⟩ε⟨ῖ⟩ται. [114] Fragment 114. Scholia on Nicander, Theriaca 447 (p. 36.12 Keil) κραντῆρες λέγονται οἱ ὕστερον ἀναβαίνοντες ὀδόντες παρὰ τὸ κραίνειν καὶ ἀποπληροῦν τὴν ἡλικίαν· νεωτέρων γὰρ ἤδη ἡμῶν γενομένων φύονται οἱ ὀδόντες οὗτοι. Κλεάνθης δὲ σωφρονιστῆρας αὐτοὺς καλεῖ. νῦν ἁπλῶς τοὺς ὀδόντας. σωφρονιστῆρες δὲ διὰ τὸ ἅμα τῷ ἀνιέναι αὐτοὺς καὶ τὸ σῶφρον τοῦ νοῦ λαμβάνειν ἡμᾶς. [115] Fragment 115. Cross-reference = Zeno frag. 184. ## Sayings (Apophthegmata) [S1] Saying 1. Diogenes Laertius, Lives 7.169; Plutarch, On Avoiding Debt 7.5; Stobaeus, Florilegium 17.28; Epictetus, Discourses 3.26.23; Seneca, Letters 44.2 φασὶ δὲ καὶ Ἀντίγονον αὐτοῦ πυθέσθαι ὄντα ἀκροατήν, διὰ τί ἀντλεῖ; τὸν δ᾽ εἰπεῖν, ἀντλῶ γὰρ μόνον; τί δ᾽ οὐχὶ σκάπτω; τί δ᾽ οὐκ ἄρδω, καὶ πάντα ποιῶ φιλοσοφίας ἕνεκα; καὶ γὰρ ὁ Ζήνων αὐτὸν συνεγύμναζεν εἰς τοῦτο, καὶ ἐκέλευεν ὀβολὸν φέρειν ἀποφορᾶς. — Plut. de vitand. aere alieno 7.5: Κλεάνθη δὲ ὁ βασιλεὺς Ἀντίγονος ἠρώτα διὰ χρόνου θεασάμενος ἐν ταῖς Ἀθήναις, ἀλεῖς ἔτι, Κλέανθες; ἀλῶ, φησίν, ὦ βασιλεῦ, ὃ ποιῶ ἕνεκα τοῦ ζῆν· μόνος δὲ ἀποστῆναι μηδὲ φιλοσοφίας. — Stob. Floril. 17.28: Χρύσιππος ὁ Σολεὺς ἐποιεῖτο τὸν βίον ἐκ πάνυ ὀλίγων, Κλεάνθης δὲ καὶ ἀπὸ ἐλαττόνων. — Epict. diss. 3.26.23: πῶς Κλεάνθης ἔζησεν ἅμα σχολάζων καὶ ἀντλῶν. — Sen. Ep. 44.2: Cleanthes aquam traxit et rigando hortulo locavit manus. [S2] Saying 2. Diogenes Laertius, Lives 7.170 καί ποτε ἀθροισθὲν τὸ κέρμα ἐκόμισεν εἰς μέσον τῶν γνωρίμων, καί φησι, Κλεάνθης μὲν καὶ ἄλλον Κλεάνθην δύναιτ᾽ ἂν τρέφειν, εἰ βούλοιτο· οἱ δ᾽ ἔχοντες ὅθεν τραφήσονται, παρ᾽ ἑτέρων ἐπιζητοῦσι τὰ ἐπιτήδεια, καίπερ ἀνειμένως φιλοσοφοῦντες. ὅθεν δὴ καὶ δεύτερος Ἡρακλῆς ὁ Κλεάνθης ἐκαλεῖτο. [S3] Saying 3. Diogenes Laertius, Lives 7.171 προκρίνων δὲ τὸν ἑαυτοῦ βίον τοῦ τῶν πλουσίων, ἔλεγεν, ἐν ᾧ σφαιρίζουσιν ἐκεῖνοι, αὐτὸς γῆν σκληρὰν καὶ ἄκαρπον ἐργάζεσθαι, σκάπτων. [S4] Saying 4. Diogenes Laertius, Lives 7.170 καὶ σκωπτόμενος δὲ ὑπὸ τῶν συμμαθητῶν ἠνείχετο, καὶ ὄνος ἀκούων προσεδέχετο, λέγων αὐτὸς μόνος δύνασθαι βαστάζειν τὸ Ζήνωνος φορτίον. [S5] Saying 5. Diogenes Laertius, Lives 7.171 καί ποτε ὀνειδιζόμενος ὡς δειλός, διὰ τοῦτο, εἶπεν, ὀλίγα ἁμαρτάνω. [S6] Saying 6. Diogenes Laertius, Lives 7.174 ὀνειδίσαντος αὐτῷ τινος εἰς τὸ γῆρας, κἀγώ, ἔφη, ἀπιέναι βούλομαι· ὅταν δὲ πανταχόθεν ἐμαυτὸν ὑγιαίνοντα περινοῶ καὶ γράφοντα καὶ ἀναγινώσκοντα, πάλιν μένω. [S7] Saying 7. Diogenes Laertius, Lives 7.171 πολλάκις δὲ καὶ ἑαυτῷ ἐπέπληττεν· ὧν ἀκούσας Ἀρίστων, τίνι, ἔφη, ἐπιπλήττεις; καὶ ὃς γελάσας, πρεσβύτῃ, φησί, πολιὰς μὲν ἔχοντι, νοῦν δὲ μή. [S8] Saying 8. Diogenes Laertius, Lives 7.173 Σωσιθέου τοῦ ποιητοῦ ἐν θεάτρῳ εἰπόντος πρὸς αὐτὸν παρόντα, οὓς ἡ Κλεάνθους μωρία βοηλατεῖ, ἔμεινεν ἐπὶ ταὐτοῦ σχήματος. ἐφ᾽ ᾧ ἀγασθέντες οἱ ἀκροαταί, τὸν μὲν ἐκρότησαν, τὸν δὲ Σωσίθεον ἐξέβαλον. μεταγινώσκοντα δὲ αὐτὸν ἐπὶ τῇ λοιδορίᾳ προσήκατο, εἰπὼν ἄτοπον εἶναι, τὸν μὲν Διόνυσον καὶ τὸν Ἡρακλέα φλυαρουμένους ὑπὸ τῶν ποιητῶν μὴ ὀργίζεσθαι, αὐτὸν δὲ ἐπὶ τῇ τυχούσῃ βλασφημίᾳ δυσχεραίνειν. [S9] Saying 9. Diogenes Laertius, Lives 7.171 εἰπόντος δέ τινος Ἀρκεσίλαον μὴ ποιεῖν τὰ δέοντα, παῦσαι, ἔφη, καὶ μὴ ψέγε· εἰ γὰρ καὶ λόγῳ τὸ καθῆκον ἀναιρεῖ, τοῖς γοῦν ἔργοις αὐτὸ τιθεῖ. καὶ ὁ Ἀρκεσίλαος, οὐ κολακεύομαι, φησί. πρὸς ὃν ὁ Κλεάνθης, ναί, ἔφη, σὲ κολακεύω, φάμενος ἄλλα μὲν λέγειν, ἕτερα δὲ ποιεῖν. [S10] Saying 10. Diogenes Laertius, Lives 7.173 ἔλεγε δὲ καὶ τοὺς ἐκ τοῦ περιπάτου ὅμοιόν τι πάσχειν ταῖς λύραις, αἳ καλῶς φθεγξάμεναι αὑτῶν οὐκ ἀκούουσι. [S11] Saying 11. Cicero, Tusculan Disputations 2.60 e quibus (philosophis) homo sane levis Heracleotes Dionysius, cum a Zenone fortis esse didicisset, a dolore dedoctus est. nam cum ex renibus laboraret, ipso in eiulatu clamitabat falsa esse illa, quae antea de dolore ipse sensisset. quem cum Cleanthes condiscipulus rogaret quaenam ratio eum de sententia deduxisset, respondit: quia si, cum tantum operae philosophiae dedissem, dolorem tamen ferre non possem, satis esset argumenti malum esse dolorem. plurimos autem annos in philosophia consumpsi nec ferre possum: malum est igitur dolor. tum Cleanthem, cum pede terram percussisset, versum ex Epigonis ferunt dixisse: Audisne haec, Amphiarae, sub terram abdite? Zenonem significabat, a quo illum degenerare dolebat. [S12] Saying 12. Stobaeus, Florilegium 82.9 = Eclogues 2.2.16 Κλεάνθης ἐρωτώμενος διὰ τί παρὰ τοῖς ἀρχαίοις οὐ πολλῶν φιλοσοφησάντων ὅμως πλείους διέλαμψαν ἢ νῦν, ὅτι, εἶπε, τότε μὲν ἔργον ἠσκεῖτο, νῦν δὲ λόγος. [S13] Saying 13. Diogenes Laertius, Lives 7.172 μειρακίῳ ποτὲ διαλεγόμενος ἐπύθετο εἰ αἰσθάνεται· τοῦ δ᾽ ἐπινεύσαντος, διὰ τί οὖν, εἶπεν, ἐγὼ οὐκ αἰσθάνομαι ὅτι αἰσθάνει; [S14] Saying 14. Diogenes Laertius, Lives 7.172 ἐρομένου τινὸς τί ὑποτίθεσθαι δεῖ τῷ υἱῷ, τὸ τῆς Ἠλέκτρας, ἔφη, σῖγα σῖγα λεπτὸν ἴχνος. [S15] Saying 15. Stobaeus, Florilegium 33.8 σιωπῶντος τοῦ Κλεάνθους, ἐπεί τις ἔφη, τί σιγᾷς; καὶ μὴν ἡδὺ τοῖς φίλοις ὁμιλεῖν· ἡδύ, ἔφη, ἀλλ᾽ ὅσῳπερ ἥδιον τοσῷδε μᾶλλον αὐτοῦ τοῖς φίλοις παραχωρητέον. [S16] Saying 16. Diogenes Laertius, Lives 7.174 πρὸς δὲ τὸν μονήρη καὶ ἑαυτῷ λαλοῦντα, οὐ φαύλῳ, ἔφη, ἀνθρώπῳ λαλεῖς. [S17] Saying 17. Stobaeus, Eclogues 2.31.125 Wachsmuth (= excerpts from John of Damascus, Florilegium 2.13.125); Diogenes Laertius, Lives 7.172 ἢ οὐ τοιοῦτος παῖς ἐκεῖνος ὁ Λάκων, ὃς Κλεάνθην τὸν φιλόσοφον ἠρώτησεν εἰ ἀγαθὸν ὁ πόνος ἐστίν; οὕτω γὰρ ἐκεῖνος φαίνεται φύσει πεφυκὼς καλῶς καὶ τεθραμμένος εὖ πρὸς ἀρετὴν ὥστε ἔγγιον εἶναι νομίζειν τὸν πόνον τῆς τἀγαθοῦ φύσεως ἢ τῆς τοῦ κακοῦ· ὅς γε ὡς ὁμολογουμένου τοῦ μὴ κακὸν ὑπάρχειν αὐτὸν εἰ ἀγαθὸν τυγχάνει ὢν ἐπυνθάνετο. ὅθεν καὶ ὁ Κλεάνθης ἀγασθεὶς τοῦ παιδὸς εἶπεν ἄρα πρὸς αὐτόν, «αἵματος εἶς ἀγαθοῖο, φίλον τέκος, οἷ᾽ ἀγορεύεις» (Hom. Od. 4.611). — Diog. L. 7.172: Λάκωνός τινος εἰπόντος ὅτι ὁ πόνος ἀγαθόν, διαχυθείς φησιν, «αἵματος εἶς ἀγαθοῖο, φίλον τέκος». [S18] Saying 18. Stobaeus, Florilegium 95.28 Κλεάνθης, ἐρωτώμενος πῶς ἄν τις εἴη πλούσιος, εἶπεν, εἰ τῶν ἐπιθυμιῶν εἴη πένης. [S19] Saying 19. Stobaeus, Eclogues 2.31.63 Wachsmuth (= excerpts from John of Damascus, Florilegium 2.13.63) Κλεάνθης, ἑταίρου ἀπιέναι μέλλοντος καὶ ἐρωτῶντος πῶς ἂν ἥκιστα ἁμαρτάνοι, εἶπεν, εἰ παρ᾽ ἕκαστα ὧν πράττεις δοκοίης ἐμὲ παρεῖναι. [S20] Saying 20. Diogenes Laertius, Lives 7.173 λέγεται δέ, φάσκοντος αὐτοῦ κατὰ Ζήνωνα καταληπτὸν εἶναι τὸ ἦθος ἐξ εἴδους, νεανίσκους τινὰς εὐτραπέλους ἀγαγεῖν πρὸς αὐτὸν κίναιδον ἐσκληραγωγημένον ἐν ἀγρῷ, καὶ ἀξιοῦν ἀποφαίνεσθαι περὶ τοῦ ἤθους· τὸν δὲ διαπορούμενον κελεῦσαι ἀπιέναι τὸν ἄνθρωπον. ὡς δὲ ἀπιὼν ἐκεῖνος ἔπταρεν, ἔχω, εἶπεν, αὐτόν, ὁ Κλεάνθης· μαλακός ἐστιν. [S21] Saying 21. Diogenes Laertius, Lives 7.172 φησὶ δὲ ὁ Ἑκάτων ἐν ταῖς Χρείαις, εὐμόρφου μειρακίου εἰπόντος, εἰ ὁ εἰς τὴν γαστέρα τύπτων γαστρίζει, καὶ ὁ εἰς τοὺς μηροὺς τύπτων μηρίζει, ἔφη, σὺ μὲν τοὺς διαμηρισμοὺς ἔχε, μειράκιον· [αἱ δ᾽ ἀνάλογοι φωναὶ τὰ ἀνάλογα οὐ πάντως σημαίνουσι πράγματα.] [S22] Saying 22. Diogenes Laertius, Lives 7.176; Lucian, Long-Lived Men 19; Stobaeus, Florilegium 7.54 καὶ τελευτᾷ τόνδε τὸν τρόπον· διῴδησεν αὐτῷ τὸ οὖλον· ἀπαγορευσάντων δὲ τῶν ἰατρῶν, δύο ἡμέρας ἀπέσχετο τροφῆς. καί πως ἔσχε καλῶς ὥστε τοὺς ἰατροὺς αὐτῷ πάντα τὰ συνήθη συγχωρεῖν. τὸν δὲ μὴ ἀνασχέσθαι, ἀλλ᾽ εἰπόντα ἤδη αὐτῷ προωδοιπορῆσθαι καὶ τὰς λοιπὰς ἀποσχόμενον τελευτῆσαι. — Lucian, Macrob. 19: Κλεάνθης δὲ ὁ Ζήνωνος μαθητὴς καὶ διάδοχος ἐννέα καὶ ἐνενήκοντα οὗτος γεγονὼς ἔτη φῦμα ἔσχεν ἐπὶ τοῦ χείλους, καὶ ἀποκαρτερῶν ἐπελθόντων αὐτῷ παρ᾽ ἑταίρων τινῶν γραμμάτων προσενεγκάμενος τροφὴν καὶ πράξας περὶ ὧν ἠξίουν οἱ φίλοι, ἀποσχόμενος αὖθις τροφῆς ἐξέλιπε τὸν βίον. — Stob. Floril. 7.54: Κλεάνθης ὑπὸ γλώττης ἕλκους αὐτῷ γενομένου τὴν τροφὴν οὐκ ἐδύνατο παραπέμπειν· ὡς δὲ ῥᾷον ἔσχε καὶ ὁ ἰατρὸς αὐτῷ τροφὴν προσήγαγεν, σὺ δέ με, ἔφη, βούλει ἤδη τὸ πλέον τῆς ὁδοῦ κατανύσαντα ἀναστρέφειν, εἶτα πάλιν ἐξ ὑπαρχῆς τὴν αὐτὴν ἔρχεσθαι; καὶ ἐξῆλθεν τοῦ βίου.