Fragments and Sayings — Zeno of Citium ====================================== ΖΗΝΩΝΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ Translation/edition: Greek and Latin text Language: Ancient Greek Read in Plato Scroll: https://plato-scroll.com/s/zeno-fragments/ This file: https://plato-scroll.com/text/zeno-fragments-e.txt Other editions of this work: - Claude AI: https://plato-scroll.com/text/zeno-fragments.txt Sources and licences: https://plato-scroll.com/attribution.html Numbers in [brackets] are the edition's reference loci (Stephanus, Bekker, book.line, page...). Superscript numerals refer to the Notes at the end. Τὰ τοῦ Ζήνωνος τοῦ Κιτιέως ἀποσπάσματα καὶ ἀποφθέγματα — ed. A. C. Pearson (1891). ## Fragments [1] Fragment 1. Diogenes Laertius, Lives 7.39 τριμερῆ φασὶν εἶναι τὸν κατὰ φιλοσοφίαν λόγον· εἶναι γὰρ αὐτοῦ τὸ μέν τι φυσικόν, τὸ δὲ ἠθικόν, τὸ δὲ λογικόν. οὕτω δὲ πρῶτος διεῖλε Ζήνων ὁ Κιτιεὺς ἐν τῷ Περὶ λόγου. [2] Fragment 2. Diogenes Laertius, Lives 7.40 ἄλλοι δὲ πρῶτον μὲν τὸ λογικὸν τάττουσι, δεύτερον δὲ τὸ φυσικόν, καὶ τρίτον τὸ ἠθικόν· ὧν ἐστι Ζήνων ἐν τῷ Περὶ λόγου. [3] Fragment 3. Arrian, Discourses of Epictetus 4.8.12 θεωρήματα τοῦ φιλοσόφου … ἃ Ζήνων λέγει, γνῶναι τὰ τοῦ λόγου στοιχεῖα, ποῖόν τι ἕκαστον αὐτῶν ἐστι καὶ πῶς ἁρμόττεται πρὸς ἄλληλα καὶ ὅσα τούτοις ἀκόλουθά ἐστι. [4] Fragment 4. Arrian, Discourses of Epictetus 1.17.10–11 καὶ τὰ λογικὰ ἄκαρπά ἐστι … καὶ περὶ τούτου μὲν ὀψόμεθα. εἰ δ’ οὖν καὶ τοῦτο δοίη τις, ἐκεῖνα ἀπαρκεῖ, ὅτι τῶν ἄλλων ἐστὶ διακριτικὰ καὶ ἐπισκεπτικὰ καὶ ὡς ἄν τις εἴποι μετρητικὰ καὶ στατικά. τίς λέγει ταῦτα; μόνος Χρύσιππος καὶ Ζήνων καὶ Κλεάνθης; [5] Fragment 5. Stobaeus, Eclogues 2.2.12 (p. 22, 12 Wachsmuth) Ζήνων τὰς τῶν διαλεκτικῶν τέχνας εἴκαζε τοῖς δικαίοις μέτροις, οὐ πυρὸν οὐδ’ ἄλλο τι τῶν σπουδαίων μετροῦσιν, ἀλλ’ ἄχυρα καὶ κόπρια. [6] Fragment 6. Plutarch, On Stoic Self-Contradictions 8.2 ἔλυε δὲ (scil. Zeno) σοφίσματα καὶ τὴν διαλεκτικὴν ὡς τοῦτο ποιεῖν δυναμένην ἐκέλευε παραλαμβάνειν τοὺς μαθητάς. [7] Fragment 7. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 7.228, 7.236; cf. Diogenes Laertius, Lives 7.45 φαντασία ἐστὶ τύπωσις ἐν ψυχῇ. [8] Fragment 8. Stobaeus, Eclogues 1.50.21; Plutarch, Opinions of the Philosophers 4.8.9 (both to the Stoics generally); Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 8.355; Cicero, On the Nature of the Gods 1.70; Cicero, Academica 1.41 τὰς μὲν αἰσθήσεις ἀληθεῖς, τῶν δὲ φαντασιῶν τὰς μὲν ἀληθεῖς τὰς δὲ ψευδεῖς. — Sext. Math. 8.355: Δημόκριτος μὲν πᾶσαν αἰσθητὴν ὕπαρξιν κεκίνηκεν, Ἐπίκουρος δὲ πᾶν αἰσθητὸν ἔλεξε βέβαιον εἶναι, ὁ δὲ Στωικὸς Ζήνων διαιρέσει ἐχρῆτο. — Cic. N. D. 1.70: urgebat Arcesilas Zenonem, cum ipse falsa omnia diceret quae sensibus viderentur, Zeno autem nonnulla visa esse falsa, non omnia. — Cic. Acad. 1.41: visis non omnibus adiungebat fidem. [9] Fragment 9. Cicero, Academica 1.41 (Zeno) adiungebat fidem … iis (visis) solum, quae propriam quandam haberent declarationem earum rerum, quae viderentur. [10] Fragment 10. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 7.253; 7.227 Sext. Math. 7.253: ἀλλὰ γὰρ οἱ μὲν ἀρχαιότεροι τῶν Στωικῶν κριτήριόν φασιν εἶναι τῆς ἀληθείας τὴν καταληπτικὴν φαντασίαν. — Sext. Math. 7.227: κριτήριον ἀληθείας εἶναι τὴν καταληπτικὴν φαντασίαν. [11] Fragment 11. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 7.248 (cf. 7.426; Outlines of Pyrrhonism 2.4); Cicero, Academica 2.18; Augustine, Against the Academics 3.9.18 Sext. Math. 7.248: φαντασία καταληπτική ἐστιν ἡ ἀπὸ τοῦ ὑπάρχοντος καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ὑπάρχον ἐναπομεμαγμένη καὶ ἐναπεσφραγισμένη, ὁποία οὐκ ἂν γένοιτο ἀπὸ μὴ ὑπάρχοντος. — Cic. Acad. 2.18: si illud esset, sicut Zeno definiret, tale visum impressum effictumque ex eo unde esset, quale esse non posset ex eo unde non esset. — August. c. Acad. 3.9.18: sed videamus quid ait Zeno. Tale scilicet visum comprehendi et percipi posse, quale cum falso non haberet signa communia. [12] Fragment 12. Olympiodorus, Commentary on Plato’s Gorgias pp. 53–54 (ed. Jahn) Ζήνων δέ φησιν ὅτι τέχνη ἐστὶ σύστημα ἐκ καταλήψεων συγγεγυμνασμένον (? -ων) πρός τι τέλος εὔχρηστον τῶν ἐν τῷ βίῳ. [13] Fragment 13. Scholia on Dionysius Thrax, Grammar (Bekker, Anecdota Graeca p. 663, 16) ὡς δηλοῖ καὶ ὁ Ζήνων λέγων· τέχνη ἐστὶν ἕξις ὁδοποιητική, τουτέστι δι’ ὁδοῦ καὶ μεθόδου ποιοῦσά τι. [14] Fragment 14. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 7.372–373 (attribution inferred by Pearson) μνήμη θησαυρισμός ἐστι φαντασιῶν. [15] Fragment 15. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 7.151; Cicero, Academica 1.41 Sext. Math. 7.151: δόξαν εἶναι τὴν ἀσθενῆ καὶ ψευδῆ συγκατάθεσιν. — Cic. Acad. 1.41: ex qua (inscientia) exsisteret etiam opinio, quae esset imbecilla et cum falso incognitoque communis. [16] Fragment 16. Diogenes Laertius, Lives 7.23 ἔλεγε δὲ μηδὲν εἶναι τῆς οἰήσεως ἀλλοτριώτερον πρὸς κατάληψιν τῶν ἐπιστημῶν. [17] Fragment 17. Cicero, Academica 1.41 si ita erat comprehensum ut convelli ratione non posset, scientiam, sin aliter, inscientiam nominabat (Zeno). [18] Fragment 18. Cicero, Academica 1.42 inter scientiam et inscientiam comprehensionem collocabat, eamque neque in rectis neque in pravis numerabat. [19] Fragment 19. Cicero, Academica 1.41 Zeno ad haec quae visa sunt et quasi accepta sensibus assensionem adiungit animorum: quam esse vult in nobis positam et voluntariam. [20] Fragment 20. Cicero, Academica 1.41 Quod autem erat sensu comprehensum, id ipsum sensum appellabat. [21] Fragment 21. Cicero, Academica 1.42 Zeno sensibus etiam fidem tribuebat, quod comprehensio facta sensibus et vera illi et fidelis videbatur, non quod omnia quae essent in re comprehenderet, sed quia nihil quod cadere in eam posset relinqueret, quodque natura quasi normam scientiae et principium sui dedisset, unde postea notiones rerum in animis imprimerentur, e quibus non principia solum sed latiores quaedam ad rationem inveniendam viae reperiuntur. [22] Fragment 22. Cicero, Academica 1.42 Errorem autem et temeritatem et ignorantiam et opinationem et suspicionem et uno nomine omnia quae essent aliena firmae et constantis adsensionis a virtute sapientiaque removebat. [23] Fragment 23. Stobaeus, Eclogues 1.12.3 (p. 136, 21 Wachsmuth) Ζήνωνος ⟨καὶ τῶν ἀπ’ αὐτοῦ⟩. τὰ ἐννοήματά φασι μήτε τινὰ εἶναι μήτε ποιά, ὡσανεὶ δέ τινα καὶ ὡσανεὶ ποιὰ φαντάσματα ψυχῆς· ταῦτα δὲ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ἰδέας προσαγορεύεσθαι. τῶν γὰρ κατὰ τὰ ἐννοήματα ὑποπιπτόντων εἶναι τὰς ἰδέας, οἷον ἀνθρώπων, ἵππων, κοινότερον εἰπεῖν πάντων τῶν ζῴων καὶ τῶν ἄλλων ὁπόσων λέγουσιν ἰδέας εἶναι. [ταύτας δὲ οἱ Στωικοὶ φιλόσοφοί φασιν ἀνυπάρκτους εἶναι, καὶ τῶν μὲν ἐννοημάτων μετέχειν ἡμᾶς, τῶν δὲ πτώσεων, ἃς δὴ προσηγορίας καλοῦσι, τυγχάνειν.] [24] Fragment 24. Stobaeus, Eclogues 1.13.1c (p. 138, 14 Wachsmuth; Arius Didymus fr. 18 Diels, Doxographi p. 457) αἴτιον δ’ ὁ Ζήνων φησὶν εἶναι δι’ ὅ· οὗ δὲ αἴτιον συμβεβηκός· καὶ τὸ μὲν αἴτιον σῶμα, οὗ δὲ αἴτιον κατηγόρημα· ἀδύνατον δ’ εἶναι τὸ μὲν αἴτιον παρεῖναι, οὗ δέ ἐστιν αἴτιον μὴ ὑπάρχειν. τὸ δὲ λεγόμενον τοιαύτην ἔχει δύναμιν· αἴτιόν ἐστι δι’ ὃ γίγνεταί τι, οἷον διὰ τὴν φρόνησιν γίνεται τὸ φρονεῖν καὶ διὰ τὴν ψυχὴν γίνεται τὸ ζῆν καὶ διὰ τὴν σωφροσύνην γίνεται τὸ σωφρονεῖν. ἀδύνατον γὰρ εἶναι σωφροσύνης περί τινα οὔσης μὴ σωφρονεῖν, ἢ ψυχῆς μὴ ζῆν, ἢ φρονήσεως μὴ φρονεῖν. [25] Fragment 25. Anonymous, Art of Rhetoric, in Spengel, Rhetores Graeci 1.434, 23 Ζήνων δὲ οὕτω φησί· διήγησίς ἐστι τῶν ἐν τῇ ὑποθέσει πραγμάτων ἔκθεσις εἰς τὸ ὑπὲρ τοῦ λέγοντος πρόσωπον ῥέουσα. [26] Fragment 26. Anonymous, Art of Rhetoric, in Spengel, Rhetores Graeci 1.447, 11; Maximus Planudes, in Walz, Rhetores Graeci 5.396 Anon. Rhet.: ὡς δὲ Ζήνων· παράδειγμά ἐστι γενομένου πράγματος ἀπομνημόνευσις εἰς ὁμοίωσιν τοῦ νῦν ζητουμένου. — Planudes: παράδειγμα δέ ἐστιν, ὡς Ζήνων φησίν, γενομένου πράγματος ἀπομνημόνευσις εἰς ὁμοίωσιν τοῦ νῦν ζητουμένου. [27] Fragment 27. Quintilian, Institutio Oratoria 4.2.117 hic expressa (verba) et, ut vult Zeno, sensu tincta esse debebunt. [28] Fragment 28. Anonymous mathematical collections, in Hultsch’s edition of Hero’s Geometrica and Stereometrica p. 275 Ταύρου Σιδονίου ἔστιν ὑπόμνημα εἰς Πολιτείαν Πλάτωνος, ἐν ᾧ ἐστι ταῦτα· ὡρίσατο ὁ Πλάτων τὴν γεωμετρίαν … Ἀριστοτέλης δ’ … Ζήνων δὲ ἕξιν ἐν προσδέξει φαντασιῶν ἀμετάπτωτον ὑπὸ λόγου. [29] Fragment 29. Plutarch, On Stoic Self-Contradictions 8.1 πρὸς τὸν εἰπόντα μηδὲ δίκην δικάσῃς πρὶν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς ἀντέλεγεν ὁ Ζήνων, τοιούτῳ τινὶ λόγῳ χρώμενος· εἴτ’ ἀπέδειξεν ὁ πρότερος εἰπών, οὐκ ἀκουστέον τοῦ δευτέρου λέγοντος· πέρας γὰρ ἔχει τὸ ζητούμενον· εἴτ’ οὐκ ἀπέδειξεν· ὅμοιον γὰρ ὡς εἰ μηδὲ ὑπήκουσε κληθεὶς ἢ ὑπακούσας ἐτερέτισεν. ἤτοι δ’ ἀπέδειξεν ἢ οὐκ ἀπέδειξεν· οὐκ ἀκουστέον ἄρα τοῦ δευτέρου λέγοντος. [30] Fragment 30. Diogenes Laertius, Lives 7.18 ἔφασκε δὲ τοὺς μὲν τῶν ἀσολοίκων λόγους καὶ ἀπηρτισμένους ὁμοίους εἶναι τῷ ἀργυρίῳ τῷ Ἀλεξανδρείῳ· εὐοφθάλμους μὲν καὶ περιγεγραμμένους, καθὰ καὶ τὸ νόμισμα, οὐδὲν δὲ διὰ ταῦτα βελτίονας. τοὺς δὲ τοὐναντίον ἀφωμοίου τοῖς Ἀττικοῖς τετραδράχμοις, εἰκῇ μὲν κεκομμένους καὶ σολοίκως, καθέλκειν μέντοι πολλάκις τὰς κεκαλλιγραφημένας λέξεις. [31] Fragment 31. Zonaras, Lexicon, s.v. σολοικίζειν (col. 1662); Cyril, Lexicon (Cramer, Anecdota Parisiensia 4.190) Zonaras: σολοικίζειν οὐ μόνον τὸ κατὰ φωνὴν καὶ λόγον χωρικεύεσθαι, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἐνδυμάτων, ὅταν τις χωρικῶς ἐνδιδύσκηται ἢ ἀτάκτως ἐσθίῃ ἢ ἀκόσμως περιπατῇ, ὥς φησι Ζήνων. — Cyril: σολοικισμός· ὅτε τις ἀτέχνως διαλέγεται· σολοικίζειν οὐ μόνον τὸ κατὰ λέξιν καὶ φωνὴν ἰδιωτεύειν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ φορημάτων, ὅταν τις χωρικῶς ἐνδέδυται ἢ ἀτάκτως ἐσθίει ἢ ἀκόσμως περιπατεῖ, ὥς φησι Ζήνων ὁ Κιτιεύς. [32] Fragment 32. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 2.7; Cicero, On Ends 2.17; Cicero, Orator 32.113; Quintilian, Institutio Oratoria 2.20.7 Sext. Math. 2.7: ἔνθεν γοῦν καὶ Ζήνων ὁ Κιτιεὺς ἐρωτηθεὶς ὅτῳ διαφέρει διαλεκτικὴ ῥητορικῆς, συστρέψας τὴν χεῖρα καὶ πάλιν ἐξαπλώσας ἔφη «τούτῳ», κατὰ μὲν τὴν συστροφὴν τὸ στρογγύλον καὶ βραχὺ τῆς διαλεκτικῆς τάττων ἰδίωμα, διὰ δὲ τῆς ἐξαπλώσεως καὶ ἐκτάσεως τῶν δακτύλων τὸ πλατὺ τῆς ῥητορικῆς δυνάμεως αἰνιττόμενος. — Cic. Fin. 2.17: Zenonis est, inquam, hoc Stoici: omnem vim loquendi, ut iam ante Aristoteles, in duas tributam esse partes, rhetoricae palmam, dialecticam pugni similem esse dicebat, quod latius loquerentur rhetores, dialectici autem compressius. — Cic. Orat. 32.113: Zeno quidem ille, a quo disciplina Stoicorum est, manu demonstrare solebat quid inter has artes interesset; nam cum compresserat digitos pugnumque fecerat, dialecticam aiebat eiusmodi esse; cum autem diduxerat et manum dilataverat, palmae illius similem eloquentiam esse dicebat. — Quint. Inst. 2.20.7: Itaque cum duo sint genera orationis, altera perpetua, quae rhetorice dicitur, altera concisa, quae dialectice, quas quidem Zeno adeo coniunxit ut hanc compressae in pugnum manus, illam explicitae diceret similem. [33] Fragment 33. Cicero, Academica 2.145 At scire negatis quemquam rem ullam nisi sapientem. Et hoc quidem Zeno gestu conficiebat. Nam, cum extensis digitis adversam manum ostenderat, «visum» inquiebat «huiusmodi est». Deinde, cum paullum digitos contraxerat, «adsensus huiusmodi». Tum cum plane compresserat pugnumque fecerat, comprehensionem illam esse dicebat: qua ex similitudine nomen ei rei quod antea non fuerat κατάληψιν imposuit. Cum autem laevam manum adverterat et illum pugnum arte vehementerque compresserat, scientiam talem esse dicebat, cuius compotem nisi sapientem esse neminem. [34] Fragment 34. Cicero, Academica 1.39 (Zeno) nullo modo arbitrabatur quicquam effici posse ab ea (scil. natura) quae expers esset corporis, nec vero aut quod efficeret aliquid aut quod efficeretur posse esse non corpus. [35] Fragment 35. Diogenes Laertius, Lives 7.134; Plutarch, Opinions of the Philosophers 1.3.39; Stobaeus, Eclogues 1.10.14 (p. 126, 17 Wachsmuth); Achilles Tatius, Introduction to Aratus p. 124E; Philo, On Providence 1.22; Theodoret, Cure of Greek Maladies 4.12 Diog. L. 7.134: δοκεῖ δ’ αὐτοῖς ἀρχὰς εἶναι τῶν ὅλων δύο, τὸ ποιοῦν καὶ τὸ πάσχον. τὸ μὲν οὖν πάσχον εἶναι τὴν ἄποιον οὐσίαν, τὴν ὕλην· τὸ δὲ ποιοῦν τὸν ἐν αὐτῇ λόγον, τὸν θεόν· τοῦτον γὰρ ὄντα ἀΐδιον διὰ πάσης ὕλης δημιουργεῖν ἕκαστα. τίθησι δὲ τὸ δόγμα τοῦτο Ζήνων ὁ Κιτιεὺς ἐν τῷ Περὶ οὐσίας. — Plut. Plac. 1.3.39: Ζήνων Μνασέου Κιτιεὺς ἀρχὰς μὲν τὸν θεὸν καὶ τὴν ὕλην, ὧν ὁ μέν ἐστι τοῦ ποιεῖν αἴτιος, ἡ δὲ τοῦ πάσχειν, στοιχεῖα δὲ τέτταρα. — Stob. Ecl. 1.10.14: Ζήνων Μνασέου Κιτιεὺς ἀρχὰς τὸν θεὸν καὶ τὴν ὕλην, στοιχεῖα δὲ τέτταρα. — Achill. Tat.: Ζήνων ὁ Κιτιεὺς ἀρχὰς εἶναι λέγει τῶν ὅλων θεὸν καὶ ὕλην, θεὸν μὲν τὸ ποιοῦν, ὕλην δὲ τὸ ποιούμενον, ἀφ’ ὧν τὰ τέσσαρα στοιχεῖα γεγονέναι. — Philo, de Provid. 1.22: Zeno Mnaseae filius aerem deum materiam et elementa quatuor. — Theodoret, Gr. aff. cur. 4.12: Ζήνων δὲ ὁ Κιτιεύς, ὁ Μνασέου, ὁ Κράτητος φοιτητής, ὁ τῆς Στωικῆς ἄρξας αἱρέσεως, τὸν θεὸν καὶ τὴν ὕλην ἀρχὰς ἔφησεν εἶναι. [36] Fragment 36. Hippolytus, Refutation of All Heresies (Philosophumena) 21.1 (Diels, Doxographi p. 571); Galen, History of Philosophy 16 (Diels, Doxographi p. 608) Hippol. 21.1: Χρύσιππος καὶ Ζήνων, οἳ ὑπέθεντο καὶ αὐτοὶ ἀρχὴν μὲν θεὸν τῶν πάντων, σῶμα ὄντα τὸ καθαρώτατον, διὰ πάντων δὲ διήκειν τὴν πρόνοιαν αὐτοῦ. — Galen, Hist. Phil. 16: Πλάτων μὲν οὖν καὶ Ζήνων ὁ Στωικὸς περὶ τῆς οὐσίας τοῦ θεοῦ διεληλυθότες οὐχ ὁμοίως περὶ ταύτης διενοήθησαν, ἀλλ’ ὁ μὲν Πλάτων θεὸν ἀσώματον, Ζήνων δὲ σῶμα, περὶ τῆς μορφῆς μηδὲν εἰρηκότες. [37] Fragment 37. Cicero, On the Nature of the Gods 1.36; Epiphanius, Against Heresies 3.2.9 (Diels, Doxographi p. 592) Cic. N. D. 1.36: rationem quandam per omnem rerum naturam pertinentem vi divina esse affectam putat. — Epiphan. adv. Haer. 3.2.9: ἔλεγε δὲ πάντα διήκειν τὸ θεῖον. [38] Fragment 38. Tertullian, To the Nations 2.4 ecce enim Zeno quoque materiam mundialem a deo separat et eum per illam tamquam mel per favos transisse dicit. [39] Fragment 39. Cicero, On the Nature of the Gods 1.36; Lactantius, Divine Institutes 1.5; Minucius Felix, Octavius 19.10 Cic. N. D. 1.36: Zeno naturalem legem divinam esse censet, eamque vim obtinere recta imperantem prohibentemque contraria. — Lactant. Inst. 1.5: Item Zeno (deum nuncupat) divinam naturalemque legem. — Minuc. Fel. Octav. 19.10: Zeno naturalem legem atque divinam … omnium esse principium. [40] Fragment 40. Philodemus, On Piety ch. 8 δεῖ τὴν ⟨δ⟩ύναμιν οὖσαν συνα⟨π⟩τικὴν οἰκε⟨ί⟩ως τῶν μερῶ⟨ν⟩ πρὸ⟨ς ἄ⟩λληλα καὶ ἐκ…ων τὴν δ’ ἀνα⟨τολὴ⟩ν ἡ⟨λί⟩ου καὶ κύ⟨κλησιν⟩ ἢ περίοδον. [41] Fragment 41. Cicero, On the Nature of the Gods 1.36; Tertullian, Against Marcion 1.13; Minucius Felix, Octavius 19.10; Cicero, Academica 2.126 Cic. N. D. 1.36: aethera deum dicit (Zeno). — Tertull. adv. Marc. 1.13: deos pronuntiaverunt … ut Zeno aerem et aetherem. — Minuc. Fel. 19.10: aethera interdum omnium esse principium. — Cic. Acad. 2.126: Zenoni et reliquis fere Stoicis aether videtur summus deus. [42] Fragment 42. Stobaeus, Eclogues 1.1.29b (p. 35, 9 Wachsmuth); Augustine, Against the Academics 3.17.38 Stob. Ecl. 1.1.29b: Ζήνων ὁ Στωικὸς νοῦν κόσμου πύρινον (scil. θεὸν ἀπεφήνατο). — August. c. Acad. 3.17.38: nam et deum ipsum ignem putavit (Zeno). [43] Fragment 43. Themistius, Paraphrase of Aristotle’s On the Soul 72b (Spengel 2, p. 64, 25) τάχα δὲ καὶ τοῖς ἀπὸ Ζήνωνος σύμφωνος ἡ δόξα, διὰ πάσης οὐσίας πεφοιτηκέναι τὸν θεὸν τιθεμένοις, καὶ ποὺ μὲν εἶναι νοῦν, ποὺ δὲ ψυχήν, ποὺ δὲ φύσιν, ποὺ δὲ ἕξιν. [44] Fragment 44. Lactantius, Divine Institutes 4.9 (“On True Wisdom”); Tertullian, Apology 21; Minucius Felix, Octavius 19.10 Lactant. de Vera Sap. 9: Zeno rerum naturae dispositorem atque artificem universitatis λόγον praedicat, quem et fatum et necessitatem rerum et deum et animum Iovis nuncupat. — Tertull. Apol. 21: Apud vestros quoque sapientes λόγον, id est sermonem atque rationem, constat artificem videri universitatis. Hunc enim Zeno determinat factitatorem, qui cuncta in dispositione formaverit, eundem et fatum vocari et deum et animum Iovis et necessitatem omnium rerum. — Minuc. Fel. 19.10: rationem deum vocat Zeno. — Lactant. Inst. 4.9: … nuncupat: ea scilicet consuetudine qua solent Iovem pro deo accipere. [45] Fragment 45. Stobaeus, Eclogues 1.5.15 (p. 78, 18 Wachsmuth); Theodoret, Cure of Greek Maladies 6.14 Stob. Ecl. 1.5.15: Ζήνων ὁ Στωικὸς ἐν τῷ Περὶ φύσεως (τὴν εἱμαρμένην) δύναμιν κινητικὴν τῆς ὕλης κατὰ ταὐτὰ καὶ ὡσαύτως, ἥντινα μὴ διαφέρειν πρόνοιαν καὶ φύσιν καλεῖν. — Theodoret, Gr. aff. cur. 6.14: Ζήνων δὲ ὁ Κιτιεὺς δύναμιν κέκληκε τὴν εἱμαρμένην κινητικὴν τῆς ὕλης· τὴν δὲ αὐτὴν καὶ πρόνοιαν καὶ φύσιν ὠνόμασεν. [45A] Fragment 45A. Diogenes Laertius, Lives 7.149 καθ’ εἱμαρμένην δέ φασι τὰ πάντα γίγνεσθαι Χρύσιππος … καὶ Ποσειδώνιος … καὶ Ζήνων· Βοηθὸς δέ … [46] Fragment 46. Cicero, On the Nature of the Gods 2.57; Cicero, Academica 1.39; Cicero, On the Nature of the Gods 3.27; Tertullian, To the Nations 2.2 Cic. N. D. 2.57: Zeno igitur ita naturam definit ut eam dicat ignem esse artificiosum ad gignendum progredientem via. Censet enim artis maxime proprium esse creare et gignere, quodque in operibus nostrarum artium manus efficiat, id multo artificiosius naturam efficere, id est, ut dixi, ignem artificiosum, magistrum artium reliquarum. — Cic. Acad. 1.39: Zeno statuebat ignem esse ipsam naturam. — Cic. N. D. 3.27: naturae artificiose ambulantis, ut ait Zeno. — Tertull. ad Nat. 2.2: cuius (ignis) instar vult esse naturam Zeno. [47] Fragment 47. Tatian, Address to the Greeks 3 καὶ ὁ θεὸς ἀποδειχθήσεται κακῶν κατ’ αὐτὸν (scil. Ζήνωνα) ποιητής, ἐν ἀμάραις τε καὶ σκώληξι καὶ ἀρρητουργοῖς καταγινόμενος. [48] Fragment 48. Cicero, On the Nature of the Gods 2.58 Ipsius vero mundi, qui omnia complexu suo coercet et continet, natura non artificiosa solum sed plane artifex ab eodem Zenone dicitur, consultrix et provida utilitatum opportunitatumque omnium. [49] Fragment 49. Chalcidius, Commentary on Plato’s Timaeus 290 Plerique tamen silvam separant ab essentia, ut Zeno et Chrysippus. Silvam quippe dicunt esse id quod subest his omnibus quae habent qualitates, essentiam vero primam rerum omnium silvam vel antiquissimum fundamentum earum, suapte natura sine vultu et informe: ut puta aes, aurum, ferrum, et caetera huius modi silva est eorum quae ex iisdem fabrefiunt, non tamen essentia. At vero quod tam his quam ceteris ut sint causa est, ipsum esse substantiam. [50] Fragment 50. Chalcidius, Commentary on Plato’s Timaeus 292 Deinde Zeno hanc ipsam essentiam finitam esse dicit unamque eam communem omnium quae sunt esse substantiam, dividuam quoque et usque quaque mutabilem: partes quippe eius verti, sed non interire, ita ut de existentibus consumantur in nihilum. Sed ut innumerabilium diversarum, etiam cerearum figurarum, sic neque formam neque figuram nec ullam omnino qualitatem propriam fore censet fundamenti rerum omnium silvae, coniunctam tamen esse semper et inseparabiliter cohaerere alicui qualitati. Cumque tam sine ortu sit quam sine interitu, quia neque de non existente subsistit neque consumetur in nihilum, non deesse ei spiritum ac vigorem ex aeternitate, qui moveat eam rationabiliter totam interdum, nonnumquam pro portione, quae causa sit tam crebrae tamque vehementis universae rei conversionis; spiritum porro motivum illum fore non naturam, sed animam et quidem rationabilem, quae vivificans sensilem mundum exornaverit eum ad hanc, qua nunc inlustratur, venustatem. Quem quidem beatum animal et deum adpellant. [51] Fragment 51. Stobaeus, Eclogues 1.11.5a (p. 132, 26 Wachsmuth); Epiphanius, Against Heresies 1.5; Diogenes Laertius, Lives 7.150; Tertullian, Prescription against Heretics 7 Stob. Ecl. 1.11.5a: Ζήνωνος· οὐσίαν δὲ εἶναι τὴν τῶν ὄντων πάντων πρώτην ὕλην, ταύτην δὲ πᾶσαν ἀΐδιον καὶ οὔτε πλείω γιγνομένην οὔτε ἐλάττω· τὰ δὲ μέρη ταύτης οὐκ ἀεὶ ταὐτὰ διαμένειν, ἀλλὰ διαιρεῖσθαι καὶ συγχεῖσθαι. διὰ ταύτης δὲ διαθεῖν τὸν τοῦ παντὸς λόγον, ὃν ἔνιοι εἱμαρμένην καλοῦσιν, οἷόνπερ ἐν τῇ γονῇ τὸ σπέρμα. — Epiphan. Haer. 1.5: φάσκει οὖν καὶ οὗτος (Ζήνων) τὴν ὕλην σύγχρονον καλῶν τῷ θεῷ ἴσα ταῖς ἄλλαις αἱρέσεσιν, εἱμαρμένην τε εἶναι καὶ γένεσιν ἐξ ἧς τὰ πάντα διοικεῖται καὶ πάσχει. — Diog. L. 7.150: οὐσίαν δέ φασι τῶν ὄντων ἁπάντων τὴν πρώτην ὕλην, ὡς … Ζήνων … καλεῖται δὲ διχῶς οὐσία τε καὶ ὕλη, ἥ τε τῶν πάντων καὶ ἡ τῶν ἐπὶ μέρους. ἡ μὲν οὖν τῶν ὅλων οὔτε πλείων οὔτε ἐλάττων γίνεται· ἡ δὲ τῶν ἐπὶ μέρους καὶ πλείων καὶ ἐλάττων. — Tertull. de Praescr. 7: et ubi materia cum deo exaequatur, Zenonis disciplina est. [52] Fragment 52. Stobaeus, Eclogues 1.17.3 (p. 152, 19 Wachsmuth); Diogenes Laertius, Lives 7.135–136; 7.142; Probus, Commentary on Virgil p. 10, 33 Keil Stob. Ecl. 1.17.3: Ζήνωνα δὲ οὕτως ἀποφαίνεσθαι διαρρήδην· τοιαύτην δὲ δεήσει εἶναι ἐν περιόδῳ τὴν τοῦ ὅλου διακόσμησιν ἐκ τῆς οὐσίας· ὅταν ἐκ πυρὸς τροπὴ εἰς ὕδωρ δι’ ἀέρος γένηται, τὸ μέν τι ὑφίστασθαι καὶ γῆν συνίστασθαι, [καὶ] ἐκ τοῦ λοιποῦ δὲ τὸ μὲν διαμένειν ὕδωρ, ἐκ δὲ τοῦ ἀτμιζομένου ἀέρα γίνεσθαι, λεπτυνομένου δὲ τοῦ ἀέρος πῦρ ἐξάπτεσθαι· τὴν δὲ μῖξιν ⟨καὶ⟩ κρᾶσιν γίνεσθαι τῇ εἰς ἄλληλα τῶν στοιχείων μεταβολῇ, σώματος ὅλου δι’ ὅλου τινὸς ἑτέρου διερχομένου. — Diog. L. 7.135–136: ἕν τε εἶναι θεὸν καὶ νοῦν καὶ εἱμαρμένην καὶ Δία· πολλαῖς τε ἑτέραις ὀνομασίαις προσονομάζεσθαι. κατ’ ἀρχὰς μὲν οὖν καθ’ αὑτὸν ὄντα τρέπειν τὴν πᾶσαν οὐσίαν δι’ ἀέρος εἰς ὕδωρ· καὶ ὥσπερ ἐν τῇ γονῇ τὸ σπέρμα περιέχεται, οὕτω καὶ τοῦτον σπερματικὸν λόγον ὄντα τοῦ κόσμου τοιόνδε ὑπολείπεσθαι ἐν τῷ ὑγρῷ, εὐεργὸν αὑτῷ ποιοῦντα τὴν ὕλην πρὸς τὴν τῶν ἑξῆς γένεσιν· εἶτα ἀπογεννᾶν πρῶτον τὰ τέσσαρα στοιχεῖα, πῦρ, ὕδωρ, ἀέρα, γῆν. λέγει δὲ περὶ αὐτῶν Ζήνων ἐν τῷ Περὶ τοῦ ὅλου. — Diog. L. 7.142: γίνεσθαι δὲ τὸν κόσμον ὅταν ἐκ πυρὸς ἡ οὐσία τραπῇ δι’ ἀέρος εἰς ὑγρότητα, εἶτα τὸ παχυμερὲς αὐτοῦ συστὰν ἀποτελεσθῇ γῆ, τὸ δὲ λεπτομερὲς ἐξαερωθῇ, καὶ τοῦτ’ ἐπὶ πλέον λεπτυνθὲν πῦρ ἀπογεννήσῃ· εἶτα κατὰ μῖξιν ἐκ τούτων φυτά τε καὶ ζῷα καὶ τὰ ἄλλα γένη. περὶ δὴ οὖν τῆς γενέσεως καὶ τῆς φθορᾶς τοῦ κόσμου φησὶ Ζήνων μὲν ἐν τῷ Περὶ ὅλου … — Probus ad Verg.: ex his (quatuor elementis) omnia esse postea effigiata Stoici tradunt Zenon Citieus et Chrysippus Solaeus et Cleanthes Assius. [53] Fragment 53. Galen, Commentary on Hippocrates’ On Humours 1 (16.32 Kühn); Galen, On the Natural Faculties 1.2 Galen, in Hipp. de hum. 1: Ζήνων τε ὁ Κιτιεὺς [ὃς] τὰς ποιότητας οὕτω καὶ τὰς οὐσίας δι’ ὅλου κεράννυσθαι ἐνόμιζεν. — Galen, de nat. fac. 1.2: εἰ δ’ ὥσπερ τὰς ποιότητας καὶ τὰς οὐσίας δι’ ὅλων κεράννυσθαι χρὴ νομίζειν, ὡς ὕστερον ἀπεφήνατο Ζήνων ὁ Κιτιεύς … [54] Fragment 54. Stobaeus, Eclogues 1.20.1e (p. 171, 2 Wachsmuth); Eusebius, Preparation for the Gospel 15.18.3; Arnobius, Against the Nations 2.9 Stob. Ecl. 1.20.1e: Ζήνωνι καὶ Κλεάνθει καὶ Χρυσίππῳ ἀρέσκει τὴν οὐσίαν μεταβάλλειν οἷον εἰς σπέρμα τὸ πῦρ, καὶ πάλιν ἐκ τούτου τοιαύτην ἀποτελεῖσθαι τὴν διακόσμησιν οἵα πρότερον ἦν. — Euseb. P. E. 15.18.3: ἀρέσκει γὰρ τοῖς Στωικοῖς φιλοσόφοις τὴν ὅλην οὐσίαν μεταβάλλειν εἰς πῦρ οἷον εἰς σπέρμα, καὶ πάλιν ἐκ τούτου αὐτὴν ἀποτελεῖσθαι τὴν διακόσμησιν οἵα τὸ πρότερον ἦν· καὶ τοῦτο τὸ δόγμα τῶν ἀπὸ τῆς αἱρέσεως οἱ πρῶτοι καὶ πρεσβύτατοι προσήκαντο, Ζήνων τε καὶ Κλεάνθης καὶ Χρύσιππος. — Arnob. adv. Nat. 2.9: qui ignem minatur mundo et venerit cum tempus arsurum, non Panaetio, Chrysippo, Zenoni (credit)? [55] Fragment 55. Tatian, Address to the Greeks 5 τὸν Ζήνωνα διὰ τῆς ἐκπυρώσεως ἀποφαινόμενον ἀνίστασθαι πάλιν τοὺς αὐτοὺς ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς, λέγω δὲ Ἄνυτον καὶ Μέλητον ἐπὶ τῷ κατηγορεῖν, Βούσιριν δὲ ἐπὶ τῷ ξενοκτονεῖν καὶ Ἡρακλέα πάλιν ἐπὶ τῷ ἀθλεῖν, παραιτητέον. [56] Fragment 56. [Philo], On the Eternity of the World, chs. 23–24 (p. 510 Mangey; p. 264 Bernays; Diels, Doxographi p. 486) Θεόφραστος μέντοι φησὶ τοὺς γένεσιν καὶ φθορὰν τοῦ κόσμου κατηγοροῦντας ὑπὸ τεττάρων ἀπατηθῆναι τῶν μεγίστων, γῆς ἀνωμαλίας, θαλάττης ἀναχωρήσεως, ἑκάστου τῶν τοῦ ὅλου μερῶν διαλύσεως, χερσαίων φθορᾶς κατὰ γένη ζῴων. κατασκευάζειν δὲ τὸ μὲν πρῶτον οὕτως· ‘εἰ μὴ γενέσεως ἀρχὴν ἔλαβεν ἡ γῆ, μέρος ὑπανεστὸς οὐδὲν ἂν ἔτι αὐτῆς ἑωρᾶτο, χθαμαλὰ δ᾽ ἤδη τὰ ὄρη πάντ᾽ ἐγεγένητο, καὶ οἱ γεώλοφοι πάντες ἰσόπεδοι τῇ πεδιάδι· τοσούτων γὰρ καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτὸν ὄμβρων ἐξ ἀϊδίου φερομένων εἰκὸς ἦν τῶν διηρμένων πρὸς ὕψος τὰ μὲν χειμάρροις ἀπερρῆχθαι, τὰ δ᾽ ὑπονοστήσαντα κεχαλάσθαι, πάντα δὲ διὰ πάντων ἤδη λελειάνθαι· νυνὶ δὲ συνεχῶς ἀνωμαλίαι καὶ παμπόλλων ὀρῶν αἱ πρὸς αἰθέριον ὕψος ὑπερβολαὶ μηνύματ᾽ ἐστὶ τοῦ τὴν γῆν μὴ ἀΐδιον εἶναι· πάλαι γάρ, ὡς ἔφην, ἐν ἀπείρῳ χρόνῳ ταῖς ἐπομβρίαις ἀπὸ περάτων ἐπὶ πέρατα πᾶσ᾽ ἂν λεωφόρος ἐγεγένητο. πέφυκε γὰρ ἡ ὕδατος φύσις καὶ μάλιστα ἀφ᾽ ὑψηλοτάτων καταράττουσα τὰ μὲν ἔξωθεν τῇ βίᾳ, τὰ δὲ τῷ συνεχεῖ τῶν ψεκάδων κολάπτουσα κοιλαίνειν ὑπεργάζεσθαί τε τὴν σκληρογέων καὶ λιθωδεστάτην ὀρυκτήρων οὐκ ἔλαττον.’ ‘καὶ μὴν ἥ γε θάλασσα,’ φασίν, ‘ἤδη μεμείωται· μάρτυρες δ᾽ αἱ νήσων εὐδοκιμώταται Ῥόδος τε καὶ Δῆλος· αὗται γὰρ τὸ μὲν παλαιὸν ἠφανισμέναι κατὰ τῆς θαλάττης ἐδεδύκεσαν ἐπικλυζόμεναι, χρόνῳ δ᾽ ὕστερον ἐλαττουμένης ἠρέμα κατ᾽ ὀλίγον ἀνίσχουσαι, ὡς αἱ περὶ αὐτῶν ἀναγραφεῖσαι μηνύουσιν ἱστορίαι· [τὴν δὲ Δῆλον καὶ Ἀναφὴν ὠνόμασαν δι᾽ ἀμφοτέρων ὀνομάτων πιστούμενοι τὸ λεγόμενον, ἐπειδὴ γὰρ δήλη ἀναφανεῖσα ἐγένετο ἀδηλουμένη καὶ ἀφανὴς οὖσα τὸ πάλαι] πρὸς δὲ τούτοις μεγάλων πελαγῶν μεγάλους κόλπους καὶ βαθεῖς ἀναξηρανθέντας ἠπειρῶσθαι καὶ γεγενῆσθαι τῆς παρακειμένης χώρας μοῖραν οὐ λυπρὰν σπειρομένους καὶ φυτευομένους, οἷς σημεῖ᾽ ἄττα τῆς παλαιᾶς ἐναπολελεῖφθαι θαλαττώσεως ψηφῖδάς τε καὶ κόγχας καὶ ὅσα ὁμοιότροπα πρὸς αἰγιαλοὺς εἴωθεν ἀποβράττεσθαι. [διὸ καὶ Πίνδαρος ἐπὶ τῆς Δήλου φησί· Χαῖρ᾽, ὦ θεοδμάτα, λιπαροπλοκάμου παίδεσσι Λατοῦς ἱμεροέστατον ἔρνος, Πόντου θύγατερ, χθονὸς εὐρείας ἀκίνητον τέρας· ἅν τε βροτοὶ Δᾶλον κικλήσκουσιν, μάκαρες δ᾽ ἐν Ὀλύμπῳ τηλέφαντον κυανέας χθονὸς ἄστρον. θυγατέρα γὰρ Πόντου τὴν Δῆλον εἴρηκε τὸ λεχθὲν αἰνιττόμενος]. εἰ δὴ μειοῦται ἡ θάλαττα, μειωθήσεται μὲν ἡ γῆ, μακραῖς δ᾽ ἐνιαυτῶν περιόδοις καὶ εἰς ἅπαν ἑκάτερον στοιχεῖον ἀναλωθήσεται, δαπανωθήσεται <δὲ> καὶ ὁ σύμπας ἀὴρ ἐκ τοῦ κατ᾽ ὀλίγον ἐλαττούμενος, ἀποκριθήσεται δὲ πάντ᾽ εἰς μίαν οὐσίαν τὴν πυρός.’ πρὸς δὲ τὴν τοῦ τρίτου κεφαλαίου κατασκευὴν χρῶνται λόγῳ τοιῷδε· ‘φθείρεται πάντως ἐκεῖνο, οὗ πάντα τὰ μέρη φθαρτά ἐστι, τοῦ δὲ κόσμου πάντα τὰ μέρη φθαρτά ἐστι, φθαρτὸς ἄρα ὁ κόσμος ἐστίν.’ ὃ δ᾽ ὑπερεθέμεθα νῦν ἐπισκεπτέον. ποῖον μέρος τῆς γῆς, ἵν᾽ ἀπὸ ταύτης ἀρξώμεθα, μεῖζον ἢ ἔλαττον, οὐ χρόνῳ διαλυθήσεται; λίθων οἱ κραταιότατοι ἆρ᾽ οὐ μυδῶσι καὶ σήπονται κατὰ τὴν ἕξεως ἀσθένειαν—[ἡ δ᾽ ἔστι πνευματικὸς τόνος, δεσμὸς οὐκ ἄρρηκτος, ἀλλὰ μόνον δυσδιάλυτος]—θρυπτόμενοι καὶ ῥέοντες εἰς λεπτὴν τὸ πρῶτον ἀναλύονται κόνιν; [εἶθ᾽ ὕστερον δαπανηθέντες ἐξαναλύονται] τί δέ; εἰ μὴ πρὸς ἀνέμων ῥιπίζοιτο τὸ ὕδωρ, ἀκίνητον ἐαθὲν οὐχ ὑφ᾽ ἡσυχίας νεκροῦται; μεταβάλλει γοῦν καὶ δυσωδέστατον γίγνεται οἷα ψυχὴν ἀφῃρημένον ζῷον. αἵ γε μὴν ἀέρος φθοραὶ παντί τῳ δῆλαι· νοσεῖν γὰρ καὶ φθίνειν καὶ τρόπον τιν᾽ ἀποθνήσκειν πέφυκεν. ἐπεὶ τί ἄν τις, μὴ στοχαζόμενος ὀνομάτων εὐπρεπείας ἀλλὰ τἀληθοῦς, εἴποι λοιμὸν εἶναι πλὴν ἀέρος θάνατον τὸ οἰκεῖον πάθος ἀναχέοντος ἐπὶ φθορᾷ πάντων ὅσα ψυχῆς μεμοίραται; τί χρὴ μακρηγορεῖν περὶ πυρός; ἀτροφῆσαν γὰρ αὐτίκα σβέννυται χωλόν, ᾗ φασιν οἱ ποιηταί, γεγονὸς ἐξ ἑαυτοῦ. διὸ σκηριπτόμενον ὀρθοῦται κατὰ τὴν τῆς ἀναφθείσης ὕλης νομήν, ἐξαναλωθείσης δ᾽ ἀφανίζεται. [τὸ παραπλήσιον μέντοι καὶ τοὺς κατὰ τὴν Ἰνδικὴν δράκοντάς φασι πάσχειν. ἀνέρποντας γὰρ ἐπὶ τὰ μέγιστα τῶν ζῴων ἐλέφαντας περὶ νῶτα καὶ νηδὺν ἅπασαν εἱλεῖσθαι, φλέβα δ᾽ ἣν ἂν τύχῃ διελόντας ἐμπίνειν τοῦ αἵματος, ἀπλήστως ἐπισπωμένους βιαίῳ πνεύματι καὶ συντόνῳ ῥοίζῳ. μέχρι μὲν οὖν τινος ἐξαναλουμένους ἐκείνους ἀντέχειν ὑπ᾽ ἀμηχανίας ἀνασκιρτῶντας καὶ τῇ προνομαίᾳ τὴν πλευρὰν τύπτοντας ὡς καθιξομένους τῶν δρακόντων, εἶτ᾽ ἀεὶ κενουμένου τοῦ ζωτικοῦ πηδᾶν μὲν μηκέτι δύνασθαι, κραδαινομένους δ᾽ ἑστάναι, μικρὸν δ᾽ ὕστερον καὶ τῶν σκελῶν ἐξασθενησάντων κατασεισθέντας ὑπὸ λιφαιμίας ἀποψύχειν· πεσόντας δὲ τοὺς αἰτίους τοῦ θανάτου συναπολλύναι τρόπῳ τοιῷδε· μηκέτ᾽ ἔχοντες τροφὴν οἱ δράκοντες, ὃν περιέθεσαν δεσμὸν ἐπιχειροῦσιν ἐκλύειν ἀπαλλαγὴν ἤδη ποθοῦντες, ὑπὸ δὲ τοῦ βάρους τῶν ἐλεφάντων θλιβόμενοι πιεζοῦνται καὶ πολὺ μᾶλλον ἐπειδὰν τύχῃ στέριφον <ὂν> καὶ λιθῶδες τὸ ἔδαφος· ἰλυσπώμενοι γὰρ καὶ πάντα ποιοῦντες εἰς διάλυσιν ὑπὸ τῆς τοῦ πιέσαντος βίας πεδηθέντες ἑαυτοὺς πολυτρόπως ἐν ἀμηχάνοις καὶ ἀπόροις γυμνάσαντες ἐξασθενοῦσι <καὶ> καθάπερ οἱ καταλευσθέντες ἢ τείχους αἰφνίδιον ἐπενεχθέντες προκαταληφθέντες, οὐδ᾽ ὅσον ἀνακῦψαι δυνάμενοι πνιγῇ τελευτῶσιν.] εἰ δὴ τῶν μερῶν ἕκαστον τοῦ κόσμου φθορὰν ὑπομένει, δηλονότι καὶ ὁ ἐξ αὐτῶν παγεὶς κόσμος ἄφθαρτος οὐκ ἔσται.’ τὸν δὲ τέταρτον καὶ λοιπὸν λόγον ἀκριβωτέον ὧδέ φασιν· ‘εἰ δ᾽ ὁ κόσμος ἀΐδιος ἦν, ἦν ἂν καὶ τὰ ζῷα ἀΐδια καὶ πολύ γε μᾶλλον τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος ὅσῳ καὶ τῶν ἄλλων ἄμεινον. ἀλλὰ καὶ ὀψίγονον φανῆναι τοῖς βουλομένοις ἐρευνᾶν τὰ φύσεως. εἰκὸς γὰρ μᾶλλον δ᾽ ἀναγκαῖον ἀνθρώποις συνυπάρξαι τὰς τέχνας ὡς ἂν ἰσήλικας οὐ μόνον ὅτι λογικῇ τὸ ἐμμέθοδον οἰκεῖον ἀλλὰ καὶ ὅτι ζῆν ἄνευ τούτων οὐκ ἔστιν· ἴδωμεν τοὺς ἑκάστων χρόνους ἀλογήσαντες τῶν ἐπιτραγῳδουμένων θεοῖς μύθων * * * εἰ μὴ ἀΐδιος ἄνθρωπος, οὐδ᾽ ἄλλο τι ζῷον, ὥστ᾽ οὐδ᾽ αἱ δεδεγμέναι ταῦτα χῶραι γῆ καὶ ὕδωρ καὶ ἀήρ. ἐξ ὧν τὸ φθαρτὸν εἶναι τὸν κόσμον δῆλόν ἐστιν.’ [57] Fragment 57. Philargyrius, Commentary on Virgil's Georgics 2.336 Zenon ex hoc mundo quamvis aliqua intereant tamen ipsum perpetuo manere quia inhaereant ei elementa e quibus generantur materiae: ut dixit crescere quidem, sed ad interitum non pervenire manentibus elementis a quibus revalescat. [58] Fragment 58. Diogenes Laertius, Lives 7.143; Stobaeus, Eclogues 1.22.3b (p. 199, 10) Diog. L. 7.143: ὅτι τε εἷς ἐστιν (ὁ κόσμος) Ζήνων φησὶν ἐν τῷ περὶ τοῦ ὅλου. — Stob. Ecl. 1.22.3b: Ζήνων ἕνα εἶναι τὸν κόσμον. [59] Fragment 59. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 9.101; Cicero, On the Nature of the Gods 2.22 Sext. Math. 9.101: Ζήνων δὲ ὁ Κιτιεύς, ἀπὸ Ξενοφῶντος τὴν ἀφορμὴν λαβών, οὑτωσὶ συνερωτᾷ· τὸ προϊέμενον σπέρμα λογικοῦ καὶ αὐτὸ λογικόν ἐστιν· ὁ δὲ κόσμος προΐεται σπέρμα λογικοῦ· λογικὸν ἄρ᾽ ἐστὶν ὁ κόσμος. ᾧ συνεισάγεται καὶ ἡ τούτου ὕπαρξις. — Cic. N. D. 2.22: nihil quod animi quodque rationis est expers, id generare ex se potest animantem compotemque rationis. Mundus autem generat animantes compotesque rationis. Animans est igitur mundus composque rationis. [60] Fragment 60. Cicero, On the Nature of the Gods 2.22 Idemque (Zeno) hoc modo: “Nullius sensu carentis pars aliqua potest esse sentiens. Mundi autem partes sentientes sunt: non igitur caret sensu mundus.” [61] Fragment 61. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 9.104; Cicero, On the Nature of the Gods 2.21 Sext. Math. 9.104: καὶ πάλιν ὁ Ζήνων φησὶν “[εἰ] τὸ λογικὸν τοῦ μὴ λογικοῦ κρεῖττόν ἐστιν· οὐδὲν δέ γε κόσμου κρεῖττόν ἐστιν· λογικὸν ἄρα ὁ κόσμος. καὶ ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ νοεροῦ καὶ ἐμψυχίας μετέχοντος. τὸ γὰρ νοερὸν τοῦ μὴ νοεροῦ καὶ τὸ ἔμψυχον τοῦ μὴ ἐμψύχου κρεῖττόν ἐστιν· οὐδὲν δέ γε κόσμου κρεῖττον· νοερὸς ἄρα καὶ ἔμψυχός ἐστιν ὁ κόσμος.” — Cic. N. D. 2.21: quod ratione utitur id melius est quam id quod ratione non utitur. Nihil autem mundo melius: ratione igitur mundus utitur. [62] Fragment 62. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 9.107 δυνάμει δὲ τὸν αὐτὸν τῷ Ζήνωνι λόγον ἐξέθετο (scil. Plato)· καὶ γὰρ οὗτος τὸ πᾶν κάλλιστον εἶναί φησιν κατὰ φύσιν ἀπειργασμένον ἔργον καὶ κατὰ τὸν εἰκότα λόγον, ζῷον ἔμψυχον νοερόν τε καὶ λογικόν. [63] Fragment 63. Cicero, On the Nature of the Gods 2.22 Idemque similitudine, ut saepe solet, rationem conclusit hoc modo: ‘si ex oliva modulate canentes tibiae nascerentur, num dubitares quin inesset in oliva tibicinii quaedam scientia? quid? si platani fidiculas ferrent numerose sonantes, idem scilicet censeres in platanis inesse musicam. Cur igitur mundus non animans sapiensque judicetur, quum ex se procreet animantes atque sapientes?’ [64] Fragment 64. Stobaeus, Eclogues 1.23.1 (p. 200, 21) Ζήνων πύρινον εἶναι τὸν οὐρανόν. [65] Fragment 65. Achilles Tatius, Introduction to Aratus 5 (p. 129e) Ζήνων ὁ Κιτιεὺς οὕτως αὐτὸν ὡρίσατο· ‘οὐρανός ἐστιν αἰθέρος τὸ ἔσχατον’· ἐξ οὗ καὶ ἐν ᾧ ἐστι πάντα ἐμφανῶς· περιέχει γὰρ πάντα πλὴν αὑτοῦ· οὐδὲν γὰρ ἑαυτὸ περιέχει· ἀλλ᾽ ἑτέρου ἐστὶ περιεκτικόν. [66] Fragment 66. Diogenes Laertius, Lives 7.148 οὐσίαν δὲ θεοῦ Ζήνων φησὶ τὸν ὅλον κόσμον καὶ τὸν οὐρανόν. [67] Fragment 67. Stobaeus, Eclogues 1.19.4 (p. 166, 4) Ζήνωνος. τῶν δ᾽ ἐν τῷ κόσμῳ πάντων τῶν κατ᾽ ἰδίαν ἕξιν συνεστώτων τὰ μέρη τὴν φορὰν ἔχειν εἰς τὸ τοῦ ὅλου μέσον, ὁμοίως δὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ κόσμου· διόπερ ὀρθῶς λέγεσθαι πάντα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἐπὶ τὸ μέσον τοῦ κόσμου τὴν φορὰν ἔχειν, μάλιστα δὲ τὰ βάρος ἔχοντα. ταὐτὸν δ᾽ αἴτιον εἶναι καὶ τῆς τοῦ κόσμου μονῆς ἐν ἀπείρῳ κενῷ, καὶ τῆς γῆς παραπλησίως ἐν τῷ κόσμῳ περὶ τὸ τούτου κέντρον καθιδρυμένης ἰσοκρατῶς. οὐ πάντως δὲ σῶμα βάρος ἔχειν, ἀλλ᾽ ἀβαρῆ εἶναι ἀέρα καὶ πῦρ· τείνεσθαι δὲ καὶ ταῦτά πως ἐπὶ τὸ τῆς ὅλης σφαίρας τοῦ κόσμου μέσον, τὴν δὲ σύστασιν πρὸς τὴν περιφέρειαν αὐτοῦ ποιεῖσθαι· φύσει γὰρ ἀνώφοιτα ταῦτ᾽ εἶναι διὰ τὸ μηδενὸς μετέχειν βάρους. παραπλησίως δὲ τούτοις οὐδ᾽ αὐτόν φασι τὸν κόσμον βάρος ἔχειν διὰ τὸ τὴν ὅλην αὐτοῦ σύστασιν ἔκ τε τῶν βάρος ἐχόντων στοιχείων εἶναι καὶ ἐκ τῶν ἀβαρῶν. τὴν δ᾽ ὅλην γῆν καθ᾽ ἑαυτὴν μὲν ἔχειν ἀρέσκει βάρος· παρὰ δὲ τὴν θέσιν διὰ τὸ τὴν μέσην ἔχειν χώραν (πρὸς δὲ τὸ μέσον εἶναι τὴν φορὰν τοῖς τοιούτοις σώμασιν) ἐπὶ τοῦ τόπου τούτου μένειν. [68] Fragment 68. Stobaeus, Eclogues 1.15.6 (p. 146, 21) Ζήνων ἔφασκε τὸ πῦρ κατ᾽ εὐθεῖαν κινεῖσθαι. [69] Fragment 69. Stobaeus, Eclogues 1.18.1d (p. 156, 27) Ζήνων καὶ οἱ ἀπ᾽ αὐτοῦ ἐντὸς μὲν τοῦ κόσμου μηδὲν εἶναι κενόν, ἔξω δ᾽ αὐτοῦ ἄπειρον. διαφέρειν δὲ κενόν, τόπον, χώραν· καὶ τὸ μὲν κενὸν εἶναι ἐρημίαν σώματος, τὸν δὲ τόπον τὸ ἐπεχόμενον ὑπὸ σώματος, τὴν δὲ χώραν τὸ ἐκ μέρους ἐπεχόμενον. [70] Fragment 70. Themistius, Paraphrase of Aristotle's Physics 40b (Spengel 2.284, 10); Philoponus, Commentary on Aristotle's Physics 4.6 (213a31) Themist.: (τὸ κενόν) κεχωρισμένον καὶ ἀθρόον εἶναι καθ᾽ αὑτὸ περιέχον τὸν οὐρανόν, ὡς πρότερον μὲν ᾤοντο τῶν ἀρχαίων τινές, μετὰ δὲ ταῦτα οἱ περὶ Ζήνωνα τὸν Κιτιέα. — Philopon.: φασὶ δὲ καὶ τοὺς περὶ Ζήνωνα τὸν Κιτιέα οὕτω (scil. ἔξω τοῦ οὐρανοῦ εἶναι κενόν τι καθ᾽ αὑτὸ) δοξάζειν. [71] Fragment 71. Stobaeus, Eclogues 1.25.5 (p. 213, 15); Stobaeus, Eclogues 1.26.1 (p. 219, 12) Stob. Ecl. 1.25.5: Ζήνων τὸν ἥλιόν φησι καὶ τὴν σελήνην καὶ τῶν ἄλλων ἄστρων ἕκαστον εἶναι νοερὸν καὶ φρόνιμον πύρινον πυρὸς τεχνικοῦ. δύο γὰρ γένη πυρός, τὸ μὲν ἄτεχνον καὶ μεταβάλλον εἰς ἑαυτὸ τὴν τροφήν, τὸ δὲ τεχνικόν, αὐξητικόν τε καὶ τηρητικόν, οἷον ἐν τοῖς φυτοῖς ἐστι καὶ ζῴοις, ὃ δὴ φύσις ἐστὶ καὶ ψυχή· τοιούτου δὴ πυρὸς εἶναι τὴν τῶν ἄστρων οὐσίαν· τὸν δ᾽ ἥλιον καὶ τὴν σελήνην δύο φορὰς φέρεσθαι, τὴν μὲν ὑπὸ τοῦ κόσμου ἀπ᾽ ἀνατολῆς εἰς ἀνατολήν, τὴν δ᾽ ἐναντίαν τῷ κόσμῳ ζῴδιον ἐκ ζῳδίου μεταβαίνοντας. τὰς δ᾽ ἐκλείψεις τούτων γίγνεσθαι διαφόρως, ἡλίου μὲν περὶ τὰς συνόδους, σελήνης δὲ περὶ τὰς πανσελήνους· γίγνεσθαι δ᾽ ἐπ᾽ ἀμφοτέρων τὰς ἐκλείψεις καὶ μείζους καὶ ἐλάττους. — Stob. Ecl. 1.26.1: Ζήνων τὴν σελήνην ἔφησεν ἄστρον νοερὸν καὶ φρόνιμον, πύρινον δὲ πυρὸς τεχνικοῦ. [72] Fragment 72. Cicero, On the Nature of the Gods 1.36 idem (Zeno) astris hoc idem (i.e. vim divinam) tribuit tum annis, mensibus, annorumque mutationibus. [73] Fragment 73. Diogenes Laertius, Lives 7.145–146 ἐκλείπειν δὲ τὸν μὲν ἥλιον ἐπιπροσθούσης αὐτῷ σελήνης κατὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς μέρος, ὡς Ζήνων ἀναγράφει ἐν τῷ περὶ ὅλου. φαίνεται γὰρ ὑπερχομένη ταῖς συνόδοις καὶ ἀποκρύπτουσα αὐτὸν καὶ πάλιν παραλλάττουσα. γνωρίζεται δὲ τοῦτο διὰ λεκάνης ὕδωρ ἐχούσης. τὴν δὲ σελήνην ἐμπίπτουσαν εἰς τὸ τῆς γῆς σκίασμα. ὅθεν καὶ ταῖς πανσελήνοις ἐκλείπειν μόναις, καίπερ κατὰ διάμετρον ἱσταμένην κατὰ μῆνα τῷ ἡλίῳ· ὅτι κατὰ λοξοῦ ὡς πρὸς τὸν ἥλιον κινουμένη παραλλάττει τῷ πλάτει ἢ βορειοτέρα ἢ νοτιωτέρα γινομένη. ὅταν μέντοι τὸ πλάτος αὐτῆς κατὰ τὸν ἡλιακὸν καὶ τὸν διὰ μέσων γένηται, εἶτα διαμετρήσῃ τὸν ἥλιον, τότε ἐκλείπει. [74] Fragment 74. Diogenes Laertius, Lives 7.153–154 ἀστραπὴν δὲ ἔξαψιν νεφῶν παρατριβομένων ἢ ῥηγνυμένων ὑπὸ πνεύματος, ὡς Ζήνων ἐν τῷ περὶ ὅλου· βροντὴν δὲ τὸν τούτων ψόφον ἐκ παρατρίψεως ἢ ῥήξεως· κεραυνὸν δὲ ἔξαψιν σφοδρὰν μετὰ πολλῆς βίας πίπτουσαν ἐπὶ γῆς νεφῶν παρατριβομένων ἢ ῥηγνυμένων. [75] Fragment 75. Seneca, Natural Questions 7.19.1 Zenon noster in illa sententia est: congruere iudicat stellas, et radios inter se committere: hac societate luminis existere imaginem stellae longioris. [76] Fragment 76. Stobaeus, Eclogues 1.8.40 (p. 104, 7); Simplicius, Commentary on Aristotle's Categories 80a4 Stob. Ecl. 1.8.40: Ζήνων ἔφησε χρόνον εἶναι κινήσεως διάστημα, τοῦτο δὲ καὶ μέτρον καὶ κριτήριον τάχους τε καὶ βραδύτητος ὅπως ἔχει <ἕκαστα>. κατὰ τοῦτον δὲ γίγνεσθαι τὰ γινόμενα καὶ τὰ περαινόμενα ἅπαντα καὶ τὰ ὄντα εἶναι. — Simplic. ad Cat. 80a4: τῶν δὲ Στωικῶν Ζήνων μὲν πάσης ἁπλῶς κινήσεως διάστημα τὸν χρόνον εἶναι. [77] Fragment 77. Censorinus, On the Birthday 17.2 quare qui annos triginta saeculum putarunt multum videntur errasse. hoc enim tempus genean vocari Heraclitus auctor est, quia orbis aetatis in eo sit spatio. orbem autem vocat aetatis dum natura ab sementi humana ad sementim revertitur. hoc quidem geneas tempus alii aliter definierunt. Herodicus annos quinque et viginti scribit, Zenon triginta. [78] Fragment 78. Stobaeus, Eclogues 1.16.1 (p. 149, 8) Ζήνων ὁ Στωικὸς τὰ χρώματα πρώτους εἶναι σχηματισμοὺς τῆς ὕλης. [79] Fragment 79. Epiphanius, Against Heresies 3.2.9 (3.36; Diels, Doxographi p. 592) τὰς δὲ αἰτίας τῶν πραγμάτων πῇ μὲν ἐφ᾽ ἡμῖν πῇ δὲ οὐκ ἐφ᾽ ἡμῖν, τουτέστι, τὰ μὲν τῶν πραγμάτων ἐφ᾽ ἡμῖν τὰ δὲ οὐκ ἐφ᾽ ἡμῖν. [80] Fragment 80. Censorinus, On the Birthday 4.10 Zenon Citieus, Stoicae sectae conditor, principium humano generi ex novo mundo constitutum putavit, primosque homines ex solo adminiculo divini ignis, id est dei providentia, genitos. [81] Fragment 81. Varro, On Agriculture 2.1.3 sive enim aliquod fuit principium generandi animalium, ut putavit Thales Milesius et Zeno Citieus, sive contra principium horum exstitit nullum, ut credidit Pythagoras Samius et Aristoteles Stagirites. [82] Fragment 82. Scholia on Plato, Alcibiades I 121e δὶς ἑπτὰ ἐτῶν] τότε γὰρ ὁ τέλειος ἐν ἡμῖν ἀποφαίνεται λόγος, ὡς Ἀριστοτέλης καὶ Ζήνων καὶ Ἀλκμαίων ὁ Πυθαγόρειός φασιν. [83] Fragment 83. Eusebius, Preparation for the Gospel 15.20.2 (Arius Didymus, physical fragment 39; Diels, Doxographi p. 470) περὶ δὲ ψυχῆς Κλεάνθης μὲν τὰ Ζήνωνος δόγματα παρατιθέμενος πρὸς σύγκρισιν τὴν πρὸς τοὺς ἄλλους φυσικούς φησιν, ὅτι Ζήνων τὴν ψυχὴν λέγει αἰσθητικὴν ἀναθυμίασιν, καθάπερ Ἡράκλειτος. βουλόμενος γὰρ ἐμφανίσαι ὅτι αἱ ψυχαὶ ἀναθυμιώμεναι νοεραὶ ἀεὶ γίνονται εἴκασεν αὐτὰς τοῖς ποταμοῖς λέγων οὕτως· ‘ποταμοῖσι τοῖσιν αὐτοῖσιν ἐμβαίνουσιν ἕτερα καὶ ἕτερα ὕδατα ἐπιρρεῖ’· καὶ ψυχαὶ δὲ ἀπὸ τῶν ὑγρῶν ἀναθυμιῶνται· ἀναθυμίασιν μὲν οὖν ὁμοίως τῷ Ἡρακλείτῳ τὴν ψυχὴν ἀποφαίνει Ζήνων, αἰσθητικὴν δὲ αὐτὴν εἶναι διὰ τοῦτο λέγει, ὅτι τυποῦσθαί τε δύναται [τὸ μέγεθος] τὸ μέρος τὸ ἡγούμενον αὐτῆς ἀπὸ τῶν ὄντων καὶ ὑπαρχόντων διὰ τῶν αἰσθητηρίων καὶ παραδέχεσθαι τὰς τυπώσεις· ταῦτα γὰρ ἴδια ψυχῆς ἐστιν. [84] Fragment 84. Rufus of Ephesus, On the Names of the Parts of Man p. 44 (ed. Clinch) θερμασίαν δὲ καὶ πνεῦμα Ζήνων τὸ αὐτὸ εἶναί φησιν. [85] Fragment 85. Diogenes Laertius, Lives 7.157 Ζήνων δὲ ὁ Κιτιεύς … πνεῦμα ἔνθερμον εἶναι τὴν ψυχήν. τούτῳ γὰρ ἡμᾶς εἶναι ἐμπνόους, καὶ ὑπὸ τούτου κινεῖσθαι. [86] Fragment 86. Cicero, Academica 1.39; Cicero, On Ends 4.12; Cicero, Tusculan Disputations 1.19 Cic. Acad. 1.39: (Zeno) statuebat ignem esse ipsam naturam quae quidque gigneret et mentem atque sensus. — Fin. 4.12: cum autem quaereretur res admodum difficilis, num quinta quaedam natura videretur esse ex qua ratio et intellegentia oriretur, in quo etiam de animis cuius generis essent quaereretur, Zeno id dixit esse ignem. — Tusc. 1.19: Zenoni Stoico animus ignis videtur. [87] Fragment 87. Galen, On the Doctrines of Hippocrates and Plato 2.8 (5.283 Kühn) εἰ δέ γε ἕποιτο (Διογένης ὁ Βαβυλώνιος) Κλεάνθει καὶ Χρυσίππῳ καὶ Ζήνωνι τρέφεσθαι μὲν ἐξ αἵματος φήσασι τὴν ψυχὴν οὐσίαν δ᾽ αὐτῆς ὑπάρχειν τὸ πνεῦμα … [88] Fragment 88. Longinus in Eusebius, Preparation for the Gospel 15.21; Theodoret, Cure of the Greek Maladies (p. 934 Migne) Longinus: Ζήνωνι μὲν γὰρ καὶ Κλεάνθει νεμεσήσειέ τις ἂν δικαίως οὕτω σφόδρα ὑβριστικῶς περὶ αὐτῆς (scil. ψυχῆς) διαλεχθεῖσι καὶ ταὐτὸν ἄμφω τοῦ στερεοῦ αἵματος εἶναι τὴν ψυχὴν ἀναθυμίασιν φήσασι. — Theodoret: ἄμφω γὰρ (Ζήνων καὶ Κλεάνθης) τοῦ στερεοῦ αἵματος εἶναι τὴν ψυχὴν ἀναθυμίασιν. [89] Fragment 89. Tertullian, On the Soul 5; Macrobius, Commentary on the Dream of Scipio 1.14.19 Tertull.: denique Zeno consitum spiritum definiens animam hoc modo instruit, “quo” inquit “digresso animal emoritur, corpus est: consito autem spiritu digresso animal emoritur: ergo consitus spiritus corpus est: consitus autem spiritus anima est: ergo corpus est anima.” — Macrob.: Zenon (dixit animam) concretum corpori spiritum. [90] Fragment 90. Calcidius, Commentary on Plato's Timaeus 220 Spiritum quippe animam esse Zenon quaerit hactenus: quo recedente a corpore moritur animal, hoc certe anima est. naturali porro spiritu recedente moritur animal: naturalis igitur spiritus anima est. [91] Fragment 91. [Galen], History of Philosophy 24 (Diels, Doxographi p. 613) τὴν δὲ οὐσίαν αὐτῆς (ψυχῆς) οἱ μὲν ἀσώματον ἔφασαν ὡς Πλάτων, οἱ δὲ σώματα κινεῖν ὡς Ζήνων καὶ οἱ ἐξ αὐτοῦ. πνεῦμα γὰρ εἶναι ταύτην ὑπενόησαν καὶ οὗτοι. [92] Fragment 92. Stobaeus, Eclogues 1.49.33 (p. 367, 18) ἀλλὰ μὲν οἵ γε ἀπὸ Χρυσίππου καὶ Ζήνωνος φιλόσοφοι καὶ πάντες ὅσοι σῶμα τὴν ψυχὴν νοοῦσι τὰς μὲν δυνάμεις ὡς ἐν τῷ ὑποκειμένῳ ποιότητας συμβιβάζουσι, τὴν δὲ ψυχὴν ὡς οὐσίαν προϋποκειμένην ταῖς δυνάμεσι τιθέασιν, ἐκ δ᾽ ἀμφοτέρων τούτων σύνθετον φύσιν ἐξ ἀνομοίων συνάγουσιν. [93] Fragment 93. Nemesius, On the Nature of Man p. 96; Stobaeus, Eclogues 1.49.34 (p. 369, 6) Nemes.: Ζήνων δὲ ὁ Στωικὸς ὀκταμερῆ φησιν εἶναι τὴν ψυχήν, διαιρῶν αὐτὴν εἴς τε τὸ ἡγεμονικὸν καὶ εἰς τὰς πέντε αἰσθήσεις καὶ εἰς τὸ φωνητικὸν καὶ τὸ σπερματικόν. — Stob. Ecl. 1.49.34: οἱ ἀπὸ Ζήνωνος ὀκταμερῆ τὴν ψυχὴν διαδοξάζουσι, περὶ <ἣν> τὰς δυνάμεις εἶναι πλείονας, ὥσπερ ἐν τῷ ἡγεμονικῷ ἐνυπαρχουσῶν φαντασίας, συγκαταθέσεως, ὁρμῆς, λόγου. [94] Fragment 94. Tertullian, On the Soul 14 dividitur autem in partes nunc in duas a Platone, nunc in tres a Zenone. [95] Fragment 95. Epiphanius, Against Heresies 3.2.9 (3.36); Augustine, Against the Academics 3.17.38 Epiphan.: Ζήνων ὁ Κιτιεὺς ὁ Στωικὸς ἔφη … δεῖν … ἔχειν τὸ θεῖον ἐν μόνῳ τῷ νῷ, μᾶλλον δὲ θεὸν ἡγεῖσθαι τὸν νοῦν. ἔστι γὰρ ἀθάνατος … ἔλεγε δὲ καὶ μετὰ χωρισμὸν τοῦ σώματος * * * καὶ ἐκάλει τὴν ψυχὴν πολυχρόνιον πνεῦμα, οὐ μὴν δὲ ἄφθαρτον δι᾽ ὅλου ἔλεγεν αὐτὴν εἶναι. ἐκδαπανᾶται γὰρ ὑπὸ τοῦ πολλοῦ χρόνου εἰς τὸ ἀφανές, ὥς φησι. — August.: quamobrem cum Zeno sua quadam de mundo et maxime de anima, propter quam vera philosophia vigilat, sententia delectaretur, dicens eam esse mortalem, nec quidquam esse praeter hunc sensibilem mundum, nihilque in eo agi nisi corpore; nam et deum ipsum ignem putabat … [96] Fragment 96. Themistius, Paraphrase of Aristotle's On the Soul 68a (Spengel 2.30, 24) ἀλλ᾽ ὅμως Ζήνωνι μὲν ὑπολείπεταί τις ἀπολογία κεκρᾶσθαι ὅλην δι᾽ ὅλου τοῦ σώματος φάσκοντι τὴν ψυχὴν καὶ τὴν ἔξοδον αὐτῆς ἄνευ φθορᾶς τοῦ συγκρίματος μὴ ποιοῦντι. [97] Fragment 97. Lactantius, Divine Institutes 7.7.20 Esse inferos Zenon Stoicus docuit et sedes piorum ab impiis esse discretas: et illos quidem quietas et delectabiles incolere regiones, hos vero luere poenas in tenebrosis locis atque in caeni voraginibus horrendis. [98] Fragment 98. [Plutarch], Opinions of the Philosophers 4.21.4 τὸ δὲ φωνᾶεν ὑπὸ τοῦ Ζήνωνος εἰρημένον, ὃ καὶ φωνὴν καλοῦσιν, ἔστι πνεῦμα διατεῖνον ἀπὸ τοῦ ἡγεμονικοῦ μέχρι φάρυγγος καὶ γλώττης καὶ τῶν οἰκείων ὀργάνων. [99] Fragment 99. Eustathius, Commentary on the Iliad 18.506 (p. 1158, 37) ἠεροφώνους κήρυκας Ὅμηρος κἀνταῦθα εἰπὼν τὸν κατὰ Ζήνωνα τῆς φωνῆς ὅρον προὐπέβαλεν εἰπόντα· ‘φωνή ἐστιν ἀὴρ πεπληγμένος.’ [100] Fragment 100. Galen, On the Doctrines of Hippocrates and Plato 2.5 (5.241 Kühn) ὁ θαυμαζόμενος ὑπὸ τῶν Στωικῶν λόγος ὁ Ζήνωνος … ἔχει γὰρ ὧδε· ‘φωνὴ διὰ φάρυγγος χωρεῖ. εἰ δὲ ἦν ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου χωροῦσα, οὐκ ἂν διὰ φάρυγγος ἐχώρει. ὅθεν δὲ λόγος, καὶ φωνὴ ἐκεῖθεν χωρεῖ. λόγος δὲ ἀπὸ διανοίας χωρεῖ, ὥστ᾽ οὐκ ἐν τῷ ἐγκεφάλῳ ἐστὶν ἡ διάνοια.’ [101] Fragment 101. Galen, On the Doctrines of Hippocrates and Plato 2.5 (5.247 Kühn) καὶ τοῦτο βούλεταί γε Ζήνων καὶ Χρύσιππος ἅμα τῷ σφετέρῳ χορῷ παντὶ διαδίδοσθαι τὴν ἐκ τοῦ προσπεσόντος ἔξωθεν ἐγγενομένην τῷ μορίῳ κίνησιν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ψυχῆς, ἵν᾽ αἴσθηται τὸ ζῷον. [102] Fragment 102. Galen, On the Doctrines of Hippocrates and Plato 3.5 (5.322 Kühn) ὅ τε Ζήνων πρὸς τοὺς ἐπιλαμβανομένους, ὅτι πάντα τὰ ζητούμενα εἰς τὸ στόμα φέρει, ἔφησεν “ἀλλ᾽ οὐ πάντα καταπίνεται”, οὔτε τῆς καταπόσεως ἄλλως ἂν οἰκειότερον λεγομένης οὔτε τῆς καταβάσεως τῶν ῥηθέντων, εἰ μὴ περὶ τὸν θώρακα τὸ ἡγεμονικὸν ἡμῖν ἦν, εἰς ὃ ταῦτα πάντα φέρεται. [103] Fragment 103. Cicero, On Divination 2.119 contrahi autem animum Zeno et quasi labi putat atque concidere et ipsum esse dormire. [104] Fragment 104. Stobaeus, Florilegium (Codex Monacensis) 198 ὁ αὐτὸς (Ζήνων) ἔφη τὴν μὲν ὅρασιν ἀπὸ τοῦ ἀέρος λαμβάνειν τὸ φῶς, τὴν δὲ ψυχὴν ἀπὸ τῶν μαθημάτων. [105] Fragment 105. Varro, On the Latin Language 5.59 sive, ut Zenon Citieus, animalium semen ignis is, qui anima ac mens. [106] Fragment 106. Eusebius, Preparation for the Gospel 15.20.1 (Arius Didymus, physical fragment 39; Diels, Doxographi p. 470); Theodoret, Cure of the Greek Maladies 5.25; Plutarch, On the Control of Anger 15; [Plutarch], Opinions of the Philosophers 5.4.1; Galen, Medical Definitions 94 (19.370 Kühn); Diogenes Laertius, Lives 7.158 Euseb.: τὸ δὲ σπέρμα φησὶν ὁ Ζήνων εἶναι ὃ μεθίησιν ἄνθρωπος πνεῦμα μεθ᾽ ὑγροῦ, ψυχῆς μέρος καὶ ἀπόσπασμα καὶ τοῦ σπέρματος τοῦ τῶν προγόνων κέρασμα καὶ μῖγμα τῶν τῆς ψυχῆς μερῶν συνεληλυθός· ἔχον γὰρ τοὺς λόγους τῷ ὅλῳ τοὺς αὐτοὺς τοῦτο, ὅταν ἀφεθῇ εἰς τὴν μήτραν συλληφθὲν ὑπ᾽ ἄλλου πνεύματος, μέρος ψυχῆς τῆς τοῦ θήλεος κρυφθέν τε φύει κινούμενον καὶ ἀναρριπιζόμενον ὑπ᾽ ἐκείνου προσλαμβάνον ἀεὶ [εἰς] τὸ ὑγρὸν καὶ αὐξόμενον ἐξ αὐτοῦ. — Theodoret: Ζήνων δὲ ὁ Κιτιεὺς ὁ τῆσδε τῆς αἱρέσεως ἡγησάμενος τοιάδε περὶ ψυχῆς δοξάζειν τοὺς οἰκείους ἐδίδαξε φοιτητάς· τὸν γάρ τοι ἀνθρώπινον θορὸν ὑγρὸν ὄντα καὶ μετέχοντα πνεύματος τῆς ψυχῆς ἔφησεν εἶναι μέρος τε καὶ ἀπόσπασμα καὶ τοῦ τῶν προγόνων σπέρματος κέρασμά τε καὶ μῖγμα ἐξ ἁπάντων τῶν τῆς ψυχῆς μορίων συναθροισθέν. — Plut. de cohib. ira 15: καίτοι (καθάπερ ὁ Ζήνων ἔλεγε τὸ σπέρμα σύμμιγμα καὶ κέρασμα τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων ὑπάρχειν ἀπεσπασμένον) οὕτω κτλ. — Plut. plac. 5.4.1: Ζήνων (τὸ σπέρμα) σῶμα· ψυχῆς γὰρ εἶναι ἀπόσπασμα. — Galen, Def. med. 94: σπέρμα ἐστὶν ἀνθρώπου ὃ μεθίησιν ἄνθρωπος μεθ᾽ ὑγροῦ ψυχῆς μέρους ἅρπαγμα καὶ σύμμιγμα τοῦ τῶν προγόνων γένους, οἷόν τε αὐτὸ ἦν καὶ αὐτὸ συμμιχθὲν ἀπεκρίθη. — Diog. L. 7.158: ἀνθρώπου δὲ σπέρμα, ὃ μεθίησιν ὁ ἄνθρωπος, μεθ᾽ ὑγροῦ συγκίρνασθαι (λέγουσι) τοῖς τῆς ψυχῆς μέρεσι κατὰ μιγμὸν τοῦ τῶν προγόνων λόγου. [107] Fragment 107. [Plutarch], Opinions of the Philosophers 5.5.2; Diogenes Laertius, Lives 7.159 Plut. plac. 5.5.2: Ζήνων (τὰς θηλείας) ὕλην μὲν ὑγρὰν προΐεσθαι, οἱονεὶ ἀπὸ τῆς συγγυμνασίας ἱδρῶτας, οὐ μὴν σπερματικόν. — Diog. L. 7.159: τὸ δὲ τῆς θηλείας (σπέρμα) ἄγονον ἀποφαίνονται· ἄτονόν τε γὰρ εἶναι καὶ ὀλίγον καὶ ὑδατῶδες, ὡς ὁ Σφαῖρός φησιν. [108] Fragment 108. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 9.133 Ζήνων δὲ καὶ τοιοῦτον ἠρώτα λόγον· τοὺς θεοὺς εὐλόγως ἄν τις τιμῴη. τοὺς δὲ μὴ ὄντας οὐκ ἄν τις εὐλόγως τιμῴη· εἰσὶν ἄρα θεοί. [109] Fragment 109. Lactantius, On the Anger of God 11; Philodemus, On Piety p. 84 Gomperz Lactant.: Antisthenes … unum esse naturalem Deum dixit, quamvis gentes et urbes suos habeant populares. Eadem fere Zeno cum suis Stoicis. — Philod.: πάντες οὖν οἱ ἀπὸ Ζήνωνος, εἰ καὶ ἀπέλειπον τὸ δαιμόνιον … ἕνα θεὸν λέγουσιν εἶναι. [110] Fragment 110. Cicero, On the Nature of the Gods 1.36 Cum vero Hesiodi θεογονίαν interpretatur, tollit omnino usitatas perceptasque cognitiones deorum; neque enim Jovem neque Iunonem neque Vestam neque quemquam qui ita appelletur in deorum habet numero sed rebus inanimis atque mutis per quandam significationem haec docet tributa nomina. [111] Fragment 111. Minucius Felix, Octavius 19.10 Idem (Zeno) interpretando Iunonem aera, Iovem caelum, Neptunum mare, ignem esse Vulcanum, et ceteros similiter vulgi deos elementa esse monstrando, publicum arguit graviter et revincit errorem. [112] Fragment 112. Valerius Probus, Commentary on Virgil’s Eclogues 6.31 (p. 21.14 Keil) sunt qui singulis elementis principia adsignaverunt… Thales Milesius magister eius (Anaximenis) aquam. Hanc quidem Thaletis opinionem ab Hesiodo putant manare, qui dixerit: ἤτοι μὲν πρώτιστα χάος γένετ᾽, αὐτὰρ ἔπειτα. Nam Zenon Citieus sic interpretatur, aquam χάος appellatum ἀπὸ τοῦ χέεσθαι, quamquam eandem opinionem ab Homero possumus intellegere, quod ait Ὠκεανόν τε θεῶν γένεσιν καὶ μητέρα Τηθύν. [113] Fragment 113. Scholiast on Apollonius of Rhodes, Argonautica 1.498 καὶ Ζήνων δὲ τὸ παρ᾽ Ἡσιόδῳ χάος ὕδωρ εἶναί φησιν, οὗ συνιζάνοντος ἰλὺν γίνεσθαι, ἧς πηγνυμένης ἡ γῆ στερεμνιοῦται. τρίτον δὲ Ἔρωτα γεγονέναι καθ᾽ Ἡσίοδον, ἵνα τὸ πῦρ παραστήσῃ· πυρωδέστερον γὰρ πάθος Ἔρως. [114] Fragment 114. Scholiast on Hesiod, Theogony 117 Ζήνων δὲ ὁ Στωικὸς ἐκ τοῦ ὑγροῦ τὴν ὑποστάθμην γῆν γεγεννῆσθαί φησιν, τρίτον δὲ Ἔρωτα γεγονέναι, ὅθεν ὁ ἐπαγόμενος ἀθετεῖται στίχος. [115] Fragment 115. Scholiast on Hesiod, Theogony 134 (Gaisford, Poetae Graeci Minores 2.482) ὁ Ζήνων φησὶ τοὺς Τιτᾶνας διὰ παντὸς εἰρῆσθαι τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου. Κοῖον γὰρ λέγει τὴν ποιότητα κατὰ τροπὴν Αἰολικὴν τοῦ π πρὸς τὸ κ, Κρεῖον δὲ τὸ βασιλικὸν καὶ ἡγεμονικόν, Ὑπερίονα δὲ τὴν ἄνω κίνησιν ἀπὸ τοῦ ὑπεράνω ἰέναι. ἐπεὶ δὲ φύσιν ἔχει πάντα τὰ βάρη ἀφιέμενα πίπτειν ἄνωθεν τὸ τοιοῦτον εἶδος Ἰάπετον ἐκάλεσε. [116] Fragment 116. Scholiast on Hesiod, Theogony 139 (Gaisford, Poetae Graeci Minores 2.484) Κύκλωπας. Ζήνων δὲ πάλιν φυσικωτέρως τὰς ἐγκυκλίους φορὰς εἰρῆσθαί φησι· διὸ καὶ τὰ ὀνόματα τούτων ἐξέθετο Βρόντην τε καὶ Στερόπην· Ἄργην δὲ ἐπειδή φασι τὸν ἀργῆτα κεραυνόν· παῖδας δέ φησιν αὐτοὺς τοῦ Οὐρανοῦ ἐπειδὴ πάντα ταῦτα τὰ πάθη περὶ τὸν οὐρανόν εἰσι… [ἐν χρόνῳ γάρ τινι ἐγένοντο ἔγκυκλοι περιφοραὶ τοῦ πυρὸς ἐκ τοῦ ἀέρος]. [117] Fragment 117. Philodemus, On Piety, col. 8 τ<οὺ>ς δὲ ὀρθοὺς <λόγ>ους καὶ σπουδαίας διαθέσεις Διοσκούρους. [118] Fragment 118. Diogenes Laertius, Lives 7.149 καὶ μὴν καὶ μαντικὴν ὑφεστάναι πᾶσάν φασιν, εἰ καὶ πρόνοιαν εἶναι· καὶ αὐτὴν καὶ τέχνην ἀποφαίνουσι διά τινας ἐκβάσεις, ὥς φησι Ζήνων. [119] Fragment 119. Diogenes Laertius, Lives 7.84 τὸ δὲ ἠθικὸν μέρος τῆς φιλοσοφίας διαιροῦσιν εἴς τε τὸν περὶ ὁρμῆς καὶ εἰς τὸν περὶ ἀγαθῶν καὶ κακῶν τόπον καὶ εἰς τὸν περὶ παθῶν καὶ περὶ ἀρετῆς καὶ περὶ τέλους περί τε τῆς πρώτης ἀξίας καὶ τῶν πράξεων καὶ περὶ τῶν καθηκόντων προτροπῶν τε καὶ ἀποτροπῶν· καὶ οὕτω δ᾽ ὑποδιαιροῦσιν οἱ περὶ Χρύσιππον καὶ Ἀρχέδημον καὶ Ζήνωνα τὸν Ταρσέα κτλ. ὁ μὲν γὰρ Κιτιεὺς Ζήνων καὶ ὁ Κλεάνθης ὡς ἂν ἀρχαιότεροι ἀφελέστερον περὶ τῶν πραγμάτων διέλαβον. [120] Fragment 120. Diogenes Laertius, Lives 7.87; Lactantius, Divine Institutes 3.7 and 3.8; Stobaeus, Eclogues 2.7.6a; Plutarch, On Common Conceptions 23.1; Clement of Alexandria, Stromata 2.21.129 Diog. L. vii. 87: διόπερ πρῶτος ὁ Ζήνων ἐν τῷ περὶ ἀνθρώπου φύσεως τέλος εἶπε τὸ ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν, ὅπερ ἐστὶ κατ᾽ ἀρετὴν ζῆν· ἄγει γὰρ πρὸς ταύτην ἡμᾶς ἡ φύσις. — Lactant. Inst. iii. 7: Zenonis (summum bonum) cum natura congruenter vivere. — id. iii. 8: audiamus igitur Zenonem; nam is interdum virtutem somniat. Summum, inquit, est bonum cum natura consentanee vivere. — Stob. Ecl. ii. 7. 6a: τὸ δὲ τέλος ὁ μὲν Ζήνων οὕτως ἀπέδωκε· ‘τὸ ὁμολογουμένως ζῆν’· τοῦτο δ᾽ ἔστι καθ᾽ ἕνα λόγον καὶ σύμφωνον ζῆν, ὡς τῶν μαχομένως ζώντων κακοδαιμονούντων. — Plut. Comm. Not. 23. 1: οὐχὶ καὶ Ζήνων τούτους (scil. Peripatetics) ἠκολούθησεν ὑποτιθεμένοις στοιχεῖα τῆς εὐδαιμονίας τὴν φύσιν καὶ τὸ κατὰ φύσιν; — Clem. Alex. Strom. ii. 21. 129: πάλιν δ᾽ αὖ Ζήνων μὲν ὁ Στωικὸς τέλος ἡγεῖται τὸ κατ᾽ ἀρετὴν ζῆν. [121] Fragment 121. Plutarch, fragment On the Soul (ed. Wyttenbach, vol. 5, p. 899) καὶ οἰκειώσεως πάσης καὶ ἀλλοτριώσεως ἀρχὴ τὸ αἰσθάνεσθαι οἱ ἀπὸ Ζήνωνος. [122] Fragment 122. Porphyry, On Abstinence 3.19 τὴν δὲ οἰκείωσιν ἀρχὴν τίθενται δικαιοσύνης οἱ ἀπὸ Ζήνωνος. [123] Fragment 123. Epictetus, Discourses 1.20.14 καίτοι αὐτὸς μὲν ὁ προηγούμενος λόγος τῶν φιλοσόφων λίαν ἐστὶν ὀλίγος. εἰ θέλεις γνῶναι, ἀνάγνωθι τὰ Ζήνωνος, καὶ ὄψει· τί γὰρ ἔχει μακρὸν εἰπεῖν ὅτι τέλος ἐστὶ τὸ ἕπεσθαι θεοῖς, οὐσία δ᾽ ἀγαθοῦ χρῆσις οἵα δεῖ φαντασιῶν; [124] Fragment 124. Stobaeus, Eclogues 2.7.6e (p. 77.20 Wachsmuth); Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 11.30 Stob. Ecl. ii. 7. 6e: τὴν δὲ εὐδαιμονίαν ὁ Ζήνων ὡρίσατο τὸν τρόπον τοῦτον· εὐδαιμονία δ᾽ ἐστὶν εὔροια βίου. — Sext. Math. xi. 30: εὐδαιμονία δέ ἐστιν, ὡς οἵ τε περὶ τὸν Ζήνωνα καὶ Κλεάνθην καὶ Χρύσιππον ἀπέδοσαν, εὔροια βίου. [125] Fragment 125. Diogenes Laertius, Lives 7.127; Augustine, Against the Academics 3.7.16; Augustine, On the Trinity 13.5.8; Cicero, On Ends 5.79 Diog. L. vii. 127: αὐτάρκη εἶναι ἀρετὴν πρὸς εὐδαιμονίαν, καθά φησι Ζήνων. — August. contra Acad. iii. 7. 16: clamat Zenon et tota illa porticus tumultuatur hominem natum ad nihil esse aliud quam honestatem; ipsam suo splendore in se animos ducere, nullo prorsus commodo extrinsecus posito et quasi lenocinante mercede; voluptatemque illam Epicuri solis inter se pecoribus esse communem; in quorum societatem et hominem et sapientem tendere nefas esse. — August. de trin. xiii. 5. 8: diximus ibi quosque posuisse beatam vitam quod eos maxime delectavit… ut virtus Zenonem. — Cic. Fin. v. 79: a Zenone hoc magnifice tamquam ex oraculo editur: ‘virtus ad bene vivendum se ipsa contenta est.’ [126] Fragment 126. Cicero, On Ends 4.47 and 4.60 errare Zenonem, qui nulla in re nisi in virtute aut vitio propensionem ne minimi quidem momenti ad summum bonum adipiscendum esse diceret, et, cum ad beatam vitam nullum momentum cetera haberent, ad appetitionem tamen rerum esse in iis momenta diceret. — Cic. Fin. iv. 60: Zeno autem, quod suam, quod propriam speciem habeat cum appetendum sit, id solum bonum appellat, beatam autem vitam eam solam, quae cum virtute degatur. [127] Fragment 127. Cicero, Tusculan Disputations 2.29 and 5.27 Nihil est, inquit (Zeno), malum, nisi quod turpe atque vitiosum est… Numquam quidquam, inquit (scil. doleas necne interest), ad beate quidem vivendum, quod est in una virtute positum, sed est tamen reiciendum. Cur? Asperum est, contra naturam, difficile perpessu, triste, durum. — Cic. Tusc. v. 27: si Stoicus Zeno diceret, qui, nisi quod turpe esset, nihil malum duceret. [128] Fragment 128. Stobaeus, Eclogues 2.7.5a (p. 57.18 Wachsmuth) ταῦτ᾽ εἶναί φησιν ὁ Ζήνων ὅσα οὐσίας μετέχει, τῶν δ᾽ ὄντων τὰ μὲν ἀγαθά, τὰ δὲ κακά, τὰ δὲ ἀδιάφορα. ἀγαθὰ μὲν τὰ τοιαῦτα· φρόνησιν, σωφροσύνην, δικαιοσύνην, ἀνδρείαν καὶ πᾶν ὅ ἐστιν ἀρετὴ ἢ μετέχον ἀρετῆς· κακὰ δὲ τὰ τοιαῦτα· ἀφροσύνην, ἀκολασίαν, ἀδικίαν, δειλίαν, καὶ πᾶν ὅ ἐστι κακία ἢ μετέχον κακίας· ἀδιάφορα δὲ τὰ τοιαῦτα· ζωὴν θάνατον, δόξαν ἀδοξίαν, πόνον ἡδονήν, πλοῦτον πενίαν, νόσον ὑγίειαν, καὶ τὰ τούτοις ὅμοια. [129] Fragment 129. Seneca, Letters 82.7 Zenon noster hac collectione utitur: ‘Nullum malum gloriosum esse; mors autem gloriosa est; mors ergo non est malum.’ [130] Fragment 130. Cicero, Academica 1.36 Cetera autem, etsi nec bona nec mala essent, tamen alia secundum naturam dicebat (Zeno), alia naturae esse contraria. His ipsis alia interiecta et media numerabat. Quae autem secundum naturam essent, ea sumenda et quadam aestimatione dignanda dicebat, contraque contraria; neutra autem in mediis relinquebat, in quibus ponebat nihil omnino esse momenti. [131] Fragment 131. Stobaeus, Eclogues 2.7.7g (p. 84.21 Wachsmuth) τῶν δ᾽ ἀξίαν ἐχόντων τὰ μὲν ἔχειν πολλὴν ἀξίαν, τὰ δὲ βραχεῖαν. ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἀπαξίαν ἐχόντων ἃ μὲν ἔχειν πολλὴν ἀπαξίαν, ἃ δὲ βραχεῖαν. τὰ μὲν οὖν πολλὴν ἔχοντα ἀξίαν προηγμένα λέγεσθαι, τὰ δὲ πολλὴν ἀπαξίαν ἀποπροηγμένα, Ζήνωνος ταύτας τὰς ὀνομασίας θεμένου πρώτου τοῖς πράγμασι. προηγμένον δ᾽ εἶναι λέγουσιν, ὃ ἀδιάφορον <ὂν> ἐκλεγόμεθα κατὰ προηγούμενον λόγον. τὸν δὲ ὅμοιον λόγον ἐπὶ τῷ ἀποπροηγμένῳ εἶναι, καὶ τὰ παραδείγματα κατὰ τὴν ἀναλογίαν ταὐτά. οὐδὲν δὲ τῶν ἀγαθῶν εἶναι προηγμένον διὰ τὸ τὴν μεγίστην ἀξίαν αὐτὰ ἔχειν. τὸ δὲ προηγμένον, τὴν δευτέραν χώραν καὶ ἀξίαν ἔχον, συνεγγίζειν πως τῇ τῶν ἀγαθῶν φύσει· οὐδὲ γὰρ ἐν αὐλῇ τῶν προηγμένων εἶναι τὸν βασιλέα, ἀλλὰ τοὺς μετ᾽ αὐτὸν τεταγμένους. προηγμένα δὲ λέγεσθαι οὐ τῷ πρὸς εὐδαιμονίαν τινὰ συμβάλλεσθαι συνεργεῖν τε πρὸς αὐτήν, ἀλλὰ τῷ ἀναγκαῖον εἶναι τούτων τὴν ἐκλογὴν ποιεῖσθαι παρὰ τὰ ἀποπροηγμένα. [132] Fragment 132. Diogenes Laertius, Lives 7.120; Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 7.422; Cicero, For Murena 61; Lactantius, Divine Institutes 3.23 Diog. L. vii. 120: ἀρέσκει τε αὐτοῖς ἴσα ἡγεῖσθαι τὰ ἁμαρτήματα, καθά φησι… Ζήνων. — Sext. Math. vii. 422: κἀντεῦθεν ὁρμώμενοι οἱ περὶ τὸν Ζήνωνα ἐδίδασκον ὅτι ἴσα ἐστὶ τὰ ἁμαρτήματα. — Cic. Mur. § 61: omnia peccata esse paria. — Lactant. Inst. iii. 23: Zenonis paria peccata quis probat? [133] Fragment 133. Cicero, For Murena 61 omne delictum scelus esse nefarium, nec minus delinquere eum, qui gallum gallinaceum, cum opus non fuerit, quam eum, qui patrem suffocaverit. [134] Fragment 134. Plutarch, On Stoic Self-Contradictions 7.1–2; Plutarch, On Moral Virtue 2; Diogenes Laertius, Lives 7.161; Cicero, Academica 1.38 Plut. Sto. Rep. vii. 1, 2: ἀρετὰς ὁ Ζήνων ἀπολείπει πλείονας κατὰ διαφοράς, ὥσπερ ὁ Πλάτων, οἷον φρόνησιν ἀνδρείαν σωφροσύνην δικαιοσύνην, ὡς ἀχωρίστους μὲν οὔσας, ἑτέρας δὲ καὶ διαφερούσας ἀλλήλων. πάλιν δὲ ὁριζόμενος αὐτῶν ἑκάστην, τὴν μὲν ἀνδρείαν φησὶ φρόνησιν εἶναι ἐν ἐνεργητέοις· τὴν δὲ δικαιοσύνην φρόνησιν ἐν ἀπονεμητέοις· ὡς μίαν οὖσαν ἀρετήν, ταῖς δὲ πρὸς τὰ πράγματα σχέσεσι κατὰ τὰς ἐνεργείας διαφέρειν δοκοῦσαν. — Plut. de Virt. Mor. 2: ἔοικε δὲ καὶ Ζήνων εἰς τοῦτό πως ὑποφέρεσθαι ὁ Κιτιεύς, ὁριζόμενος τὴν φρόνησιν ἐν μὲν ἀπονεμητέοις δικαιοσύνην· ἐν δὲ διαιρετέοις σωφροσύνην· ἐν δὲ ὑπομενετέοις ἀνδρείαν· ἀπολογούμενοι δὲ ἀξιοῦσιν ἐν τούτοις τὴν ἐπιστήμην φρόνησιν ὑπὸ τοῦ Ζήνωνος ὠνομάσθαι. — Diog. L. vii. 161: ἀρετάς τε οὔτε πολλὰς εἰσῆγεν (scil. Aristo) ὡς ὁ Ζήνων. — Cic. Acad. i. 38: hic (Zeno) omnis (virtutes) in ratione ponebat… nec ullo modo… (seiungi) posse disserebat, nec virtutis usum modo… sed ipsum habitum per se esse praeclarum, nec tamen virtutem cuiquam adesse quin ea semper uteretur. [135] Fragment 135. Plutarch, On Moral Virtue 3 κοινῶς δὲ ἅπαντες οὗτοι (scil. Menedemus, Aristo, Zeno, Chrysippus) τὴν ἀρετὴν τοῦ ἡγεμονικοῦ τῆς ψυχῆς διάθεσίν τινα καὶ δύναμιν γεγενημένην ὑπὸ λόγου, μᾶλλον δὲ λόγον οὖσαν αὐτὴν ὁμολογούμενον καὶ βέβαιον καὶ ἀμετάπτωτον ὑποτίθενται· καὶ νομίζουσιν οὐκ εἶναι τὸ παθητικὸν καὶ ἄλογον διαφορᾷ τινι καὶ φύσει ψυχῆς τοῦ λογικοῦ διακεκριμένον, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ τῆς ψυχῆς μέρος (ὃ δὴ καλοῦσι διάνοιαν καὶ ἡγεμονικόν), διόλου τρεπόμενον καὶ μεταβάλλον ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ταῖς κατὰ ἕξιν ἢ διάθεσιν μεταβολαῖς, κακίαν τε γίνεσθαι καὶ ἀρετήν, καὶ μηδὲν ἔχειν ἄλογον ἐν ἑαυτῷ· λέγεσθαι δὲ ἄλογον, ὅταν τῷ πλεονάζοντι τῆς ὁρμῆς ἰσχυρῷ γενομένῳ καὶ κρατήσαντι πρός τι τῶν ἀτόπων παρὰ τὸν αἱροῦντα λόγον ἐκφέρηται· καὶ γὰρ τὸ πάθος εἶναι λόγον πονηρὸν καὶ ἀκόλαστον, ἐκ φαύλης καὶ διημαρτημένης κρίσεως σφοδρότητα καὶ ῥώμην προσλαβόντα. [136] Fragment 136. Diogenes Laertius, Lives 7.110; Cicero, Tusculan Disputations 4.11 and 4.47 Diog. L. vii. 110: ἔστι δὲ αὐτὸ τὸ πάθος κατὰ Ζήνωνα ἡ ἄλογος καὶ παρὰ φύσιν ψυχῆς κίνησις, ἢ ὁρμὴ πλεονάζουσα. — Cic. Tusc. iv. 11: est igitur Zenonis haec definitio, ut perturbatio sit, quod πάθος ille dicit, aversa a recta ratione contra naturam animi commotio. Quidam brevius, perturbationem esse appetitum vehementiorem. — ib. iv. 47: definitio perturbationis, qua recte Zenonem usum puto; ita enim definit, ut perturbatio sit aversa a ratione contra naturam animi commotio, vel brevius, ut perturbatio sit appetitus vehementior. [137] Fragment 137. Stobaeus, Eclogues 2.7.1 (p. 39.5 Wachsmuth) ὡς δ᾽ ὁ Στωικὸς ὡρίσατο Ζήνων· πάθος ἐστὶν ὁρμὴ πλεονάζουσα. οὐ λέγει ‘πεφυκυῖα πλεονάζειν’, ἀλλ᾽ ἤδη ἐν πλεονασμῷ οὖσα· οὐ γὰρ δυνάμει, μᾶλλον δ᾽ ἐνεργείᾳ. ὡρίσατο δὲ κἀκείνως· πάθος ἐστὶ πτοία ψυχῆς, ἀπὸ τῆς τῶν πτηνῶν φορᾶς τὸ εὐκίνητον τοῦ παθητικοῦ παρεικάσας. [138] Fragment 138. Cicero, Academica 1.38 Zeno omnibus his (perturbationibus) quasi morbis voluit carere sapientem… nam et perturbationes voluntarias esse putabat opinionisque iudicio suscipi et omnium perturbationum arbitrabatur matrem esse immoderatam quandam intemperantiam. [139] Fragment 139. Galen, On the Doctrines of Hippocrates and Plato 5.1 (Kühn 5.429); 4.3 (Kühn 5.377); 4.2 (Kühn 5.367) Galen, Hipp. et Plat. plac. v. 1: Ζήνων οὐ τὰς κρίσεις αὐτὰς ἀλλὰ τὰς ἐπιγιγνομένας αὐταῖς συστολὰς καὶ λύσεις ἐπάρσεις τε καὶ [τὰς] πτώσεις τῆς ψυχῆς ἐνόμιζεν εἶναι τὰ πάθη. — ib. iv. 3 (Chrysippus contradicts Zeno and other Stoics), οἳ οὐ τὰς κρίσεις αὐτὰς τῆς ψυχῆς ἀλλὰ [καὶ] τὰς ἐπὶ ταύταις ἀλόγους συστολὰς καὶ ταπεινώσεις καὶ δήξεις ἐπάρσεις τε καὶ διαχύσεις ὑπολαμβάνουσιν εἶναι τὰ τῆς ψυχῆς πάθη. — ib. iv. 2: τοιαύτην τινὰ τὴν οὐσίαν τῶν παθῶν (i.e. ὅτι αἱ μειώσεις καὶ αἱ ἐπάρσεις καὶ αἱ συστολαὶ καὶ αἱ διαχύσεις… τῆς ἀλόγου δυνάμεώς ἐστι παθήματα ταῖς δόξαις ἐπιγιγνόμενα) Ἐπίκουρος… καὶ Ζήνων ὑπολαμβάνει. [140] Fragment 140. Themistius, On the Soul 90b (Spengel 2.197.24) καὶ οὐ κακῶς οἱ ἀπὸ Ζήνωνος τὰ πάθη τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς τοῦ λόγου διαστροφὰς εἶναι τιθέμενοι καὶ λόγου κρίσεις ἡμαρτημένας. [141] Fragment 141. Galen, On the Doctrines of Hippocrates and Plato 3.5 (Kühn 5.322) οὐ μόνον Χρύσιππος ἀλλὰ καὶ Κλεάνθης καὶ Ζήνων ἑτοίμως αὐτὰ τιθέασιν (τοὺς φόβους καὶ τὰς λύπας καὶ πάνθ᾽ ὅσα τοιαῦτα πάθη κατὰ τὴν καρδίαν συνίστασθαι). [142] Fragment 142. Diogenes Laertius, Lives 7.110 τῶν παθῶν τὰ ἀνωτάτω (καθά φησιν… Ζήνων ἐν τῷ περὶ παθῶν) εἶναι γένη τέτταρα, λύπην, φόβον, ἐπιθυμίαν, ἡδονήν. [143] Fragment 143. Cicero, Tusculan Disputations 3.74–75; Galen, On the Doctrines of Hippocrates and Plato 4.7 (p. 416) Cic. Tusc. iii. 74, 75: Satis dictum esse arbitror aegritudinem esse opinionem mali praesentis, in qua opinione illud insit, ut aegritudinem suscipere oporteat. Additur ad hanc definitionem a Zenone recte, ut illa opinio praesentis mali sit recens. — Galen, Hipp. et Plat. plac. iv. 7: ‘ὁ γοῦν ὅρος οὗτος’, φησίν [Posidonius], ‘ὁ τῆς λύπης, ὥσπερ οὖν καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν παθῶν ὑπό τε Ζήνωνος εἰρημένοι καὶ πρὸς τοῦ Χρυσίππου γεγραμμένοι, σαφῶς ἐξελέγχουσι τὴν γνώμην αὐτοῦ. δόξαν γὰρ εἶναι πρόσφατον τοῦ κακὸν αὐτῷ παρεῖναί φησι (? φασι) τὴν λύπην. ἐν ᾧ καὶ συντομώτερον ἐνίοτε λέγοντες ὧδέ πως προσφέρονται· λύπη ἐστὶ δόξα πρόσφατος κακοῦ παρουσίας.’ [144] Fragment 144. Lactantius, Divine Institutes 3.23; Lactantius, Epitome (Letter to Pentadius) 38 Lactant. Inst. iii. 23: inter vitia et morbos misericordiam ponit (Zeno). — id. Epist. ad Pentad. 38: Zeno Stoicorum magister, qui virtutem laudat, misericordiam… tamquam morbum animi diiudicavit. [145] Fragment 145. Diogenes Laertius, Lives 7.107–108 and 7.25; Stobaeus, Eclogues 2.7.8 (p. 85.13 Wachsmuth); Cicero, On Ends 3.58 Diog. L. vii. 107, 108: ἔτι δὲ καθῆκόν φασιν εἶναι ὃ πραχθὲν εὔλογόν τιν᾽ ἴσχει ἀπολογισμόν· οἷον τὸ ἀκόλουθον ἐν τῇ ζωῇ, ὅπερ καὶ ἐπὶ τὰ φυτὰ καὶ ζῷα διατείνει. ὁρᾶσθαι γὰρ κἀπὶ τούτων καθήκοντα. κατωνομάσθαι δὲ ὑπὸ πρώτου Ζήνωνος τὸ καθῆκον ἀπὸ τοῦ κατά τινας ἥκειν τῆς προσωνομασίας εἰλημμένης. — ib. 25: φασὶ δὲ καὶ πρῶτον καθῆκον ὠνομακέναι καὶ λόγον περὶ αὐτοῦ πεποιηκέναι. — Stob. Ecl. ii. 7. 8: ὁρίζεται δὲ τὸ καθῆκον· τὸ ἀκόλουθον ἐν ζωῇ, ὃ πραχθὲν εὔλογον ἀπολογίαν ἔχει· παρὰ τὸ καθῆκον δὲ τὸ ἐναντίως. τοῦτο διατείνει καὶ εἰς τὰ ἄλογα τῶν ζῴων, ἐνεργεῖ γάρ τι κἀκεῖνα ἀκολούθως τῇ ἑαυτῶν φύσει· ἐπὶ <δὲ> τῶν λογικῶν ζῴων οὕτως ἀποδίδοται· τὸ ἀκόλουθον ἐν βίῳ. — Cic. Fin. iii. 58: est autem officium quod ita factum est ut eius facti probabilis ratio reddi possit. [146] Fragment 146. Stobaeus, Eclogues 2.7.1 (p. 38.15 Wachsmuth) οἱ δὲ κατὰ Ζήνωνα τὸν Στωικὸν τροπικῶς· ἦθός ἐστι πηγὴ βίου, ἀφ᾽ ἧς αἱ κατὰ μέρος πράξεις ῥέουσι. [147] Fragment 147. Diogenes Laertius, Lives 7.173 κατὰ Ζήνωνα καταληπτὸν εἶναι τὸ ἦθος ἐξ εἴδους. [148] Fragment 148. Stobaeus, Eclogues 2.7.11g (p. 99.3 Wachsmuth) ἀρέσκει γὰρ τῷ τε Ζήνωνι καὶ τοῖς ἀπ᾽ αὐτοῦ Στωικοῖς φιλοσόφοις δύο γένη τῶν ἀνθρώπων εἶναι, τὸ μὲν τῶν σπουδαίων, τὸ δὲ τῶν φαύλων· καὶ τὸ μὲν τῶν σπουδαίων διὰ παντὸς τοῦ βίου χρῆσθαι ταῖς ἀρεταῖς, τὸ δὲ τῶν φαύλων ταῖς κακίαις· ὅθεν τὸ μὲν ἀεὶ κατορθοῦν ἐν ἅπασιν οἷς προστίθεται, τὸ δὲ ἁμαρτάνειν. καὶ τὸν μὲν σπουδαῖον ταῖς περὶ τὸν βίον ἐμπειρίαις χρώμενον ἐν τοῖς πραττομένοις ὑπ᾽ αὐτοῦ πάντ᾽ εὖ ποιεῖν, καθάπερ φρονίμως καὶ σωφρόνως καὶ κατὰ τὰς ἄλλας ἀρετάς· τὸν δὲ φαῦλον κατὰ τοὐναντίον κακῶς. καὶ τὸν μὲν σπουδαῖον μέγαν καὶ ἁδρὸν καὶ ὑψηλὸν καὶ ἰσχυρόν. μέγαν μὲν ὅτι δύναται ἐφικνεῖσθαι τῶν κατὰ προαίρεσιν ὄντων αὐτῷ καὶ προκειμένων· ἁδρὸν δέ, ὅτι ἐστὶν ηὐξημένος πάντοθεν· ὑψηλὸν δ᾽, ὅτι μετείληφε τοῦ ἐπιβάλλοντος ὕψους ἀνδρὶ γενναίῳ καὶ σοφῷ. καὶ ἰσχυρὸν δ᾽, ὅτι τὴν ἐπιβάλλουσαν ἰσχὺν περιπεποίηται, ἀήττητος ὢν καὶ ἀκαταγώνιστος. παρ᾽ ὃ καὶ οὔτε ἀναγκάζεται ὑπό τινος οὔτε ἀναγκάζει τινά, οὔτε κωλύεται οὔτε κωλύει, οὔτε βιάζεται ὑπό τινος οὔτ᾽ αὐτὸς βιάζει τινά, οὔτε δεσπόζει οὔτε δεσπόζεται, οὔτε κακοποιεῖ τινα οὔτ᾽ αὐτὸς κακοποιεῖται, οὔτε κακοῖς περιπίπτει <οὔτ᾽ ἄλλον ποιεῖ κακοῖς περιπίπτειν>, οὔτε ἐξαπατᾶται οὔτε ἐξαπατᾷ ἄλλον, οὔτε διαψεύδεται οὔτε ἀγνοεῖ οὔτε λανθάνει ἑαυτόν, οὔτε καθόλου ψεῦδος ὑπολαμβάνει· εὐδαίμων δέ ἐστι μάλιστα καὶ εὐτυχὴς καὶ μακάριος καὶ ὄλβιος καὶ εὐσεβὴς καὶ θεοφιλὴς καὶ ἀξιωματικός, βασιλικός τε καὶ στρατηγικὸς καὶ πολιτικὸς καὶ οἰκονομικὸς καὶ χρηματιστικός· τοὺς δὲ φαύλους ἅπαντα τούτοις ἐναντία ἔχειν. [149] Fragment 149. Diogenes Laertius, Lives 7.33; Clement of Alexandria, Stromata 5.14.95 Diog. L. vii. 33: πάλιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ παριστάντα (Ζήνωνα) πολίτας καὶ φίλους καὶ οἰκείους καὶ ἐλευθέρους τοὺς σπουδαίους μόνον. — Clem. Alex. Strom. v. 14. 95: Ζήνων τε ὁ Στωικὸς παρὰ Πλάτωνος λαβών, ὁ δὲ ἀπὸ τῆς βαρβάρου φιλοσοφίας, τοὺς ἀγαθοὺς πάντας ἀλλήλων εἶναι φίλους λέγει. [150] Fragment 150. Cicero, For Murena 61 solos sapientes esse, si distortissimi, formosos. [151] Fragment 151. Cicero, On Ends 5.84; Cicero, For Murena 61 Cic. Fin. v. 84: Zeno sapientem non beatum modo sed etiam divitem dicere ausus est. — Cic. Mur. § 61: solos sapientes esse, si mendicissimi, divites. [152] Fragment 152. Cicero, For Murena 61 sapientem gratia numquam moveri, numquam cuiusquam delicto ignoscere; neminem misericordem esse nisi stultum et levem; viri non esse neque exorari neque placari. [153] Fragment 153. Cicero, For Murena 61; Lactantius, Divine Institutes 3.4; Cicero, Academica 2.113; Augustine, Against the Academics 2.11 Cic. Mur. § 61: sapientem nihil opinari, nullius rei paenitere, nulla in re falli, sententiam mutare numquam. — Lactant. Inst. iii. 4: ergo si neque sciri quidquam potest, ut Socrates docuit, nec opinari oportet, ut Zeno, tota philosophia sublata est. — Cic. Acad. ii. 113: sapientem nihil opinari… horum neutrum ante Zenonem magno opere defensum est. — August. contra Acad. ii. 11: cum ab eodem Zenone accepissent nihil esse turpius quam opinari. [154] Fragment 154. Diogenes Laertius, Lives 7.32 ἐχθροὺς καὶ πολεμίους καὶ δούλους καὶ ἀλλοτρίους λέγειν αὐτὸν (Ζήνωνα) ἀλλήλων εἶναι πάντας τοὺς μὴ σπουδαίους, καὶ γονεῖς τέκνων καὶ ἀδελφοὺς ἀδελφῶν, οἰκείους οἰκείων. [155] Fragment 155. Cicero, For Murena 61 nos autem, qui sapientes non sumus, fugitivos, exules, hostes, insanos denique esse. [156] Fragment 156. Athenaeus, Deipnosophists 4.158B Στωικὸν δὲ δόγμα ἐστὶν ὅτι τε πάντα εὖ ποιήσει ὁ σοφὸς καὶ φακῆν φρονίμως ἀρτύσει· διὸ καὶ Τίμων ὁ Φλιάσιος ἔφη· καὶ [Ζηνώνειόν] γε φακῆν ἑψεῖν ὃς μὴ φρονίμως μεμάθηκεν· ὡς οὐκ ἄλλως δυναμένης ἑψηθῆναι φακῆς εἰ μὴ κατὰ τὴν Ζηνώνειον ὑφήγησιν, ὃς ἔφη· εἰς δὲ φακῆν ἔμβαλλε δυωδέκατον κοριάννου. [157] Fragment 157. Philo, That Every Good Man Is Free, p. 880 ἄξιον τὸ Ζηνώνειον ἐπιφωνῆσαι ὅτι θᾶττον ἂν ἀσκὸν βαπτίσαις πλήρη πνεύματος ἢ βιάσαιο τὸν σπουδαῖον ὁντινοῦν ἄκοντα δρᾶσαί τι τῶν ἀβουλήτων· ἀνένδοτος γὰρ καὶ ἀήσσητος ψυχὴ ἣν ὀρθὸς λόγος δόγμασι παγίοις ἐνεύρωσε. [158] Fragment 158. Seneca, On Anger 1.16.7 Nam, ut dixit Zeno, in sapientis quoque animo etiam quum vulnus sanatum sit cicatrix manet. Sentiet itaque suspiciones quasdam et umbras affectuum, ipsis quidem carebit. [159] Fragment 159. Seneca, Letters 83.8 Ebrio secretum sermonem nemo committit: viro autem bono committit: ergo vir bonus ebrius non erit. [160] Fragment 160. Plutarch, How One May Become Aware of One’s Progress in Virtue 12 ὅρα δὴ καὶ τὸ τοῦ Ζήνωνος ὁποῖόν ἐστιν· ἠξίου γὰρ ἀπὸ τῶν ὀνείρων ἕκαστον ἑαυτοῦ συναισθάνεσθαι προκόπτοντος, εἰ μήτε ἡδόμενον αἰσχρῷ τινι ἑαυτὸν μήτε τι προσιέμενον ἢ πράττοντα τῶν δεινῶν καὶ ἀδίκων ὁρᾷ κατὰ τοὺς ὕπνους, ἀλλ᾽ οἷον ἐν βυθῷ γαλήνης ἀκλύστῳ καταφανεῖ διαλάμπει τῆς ψυχῆς τὸ φανταστικὸν καὶ παθητικὸν ὑπὸ τοῦ λόγου διακεχυμένον. [161] Fragment 161. Seneca, Letters 104.21 quod si convivere etiam Graecis iuvat, cum Socrate, cum Zenone versare: alter te docebit mori, si necesse erit, alter, antequam necesse erit. [162] Fragment 162. Plutarch, On the Fortune or Virtue of Alexander 1.6; Plutarch, On Stoic Self-Contradictions 2.1; John Chrysostom, Homilies on Matthew 1.4 Plut. Alex. virt. 6: καὶ μὴν ἡ πολὺ θαυμαζομένη πολιτεία τοῦ τὴν Στωικῶν αἵρεσιν καταβαλομένου Ζήνωνος εἰς ἓν τοῦτο συντείνει κεφάλαιον, ἵνα μὴ κατὰ πόλεις μηδὲ κατὰ δήμους οἰκῶμεν, ἰδίοις ἕκαστοι διωρισμένοι δικαίοις, ἀλλὰ πάντας ἀνθρώπους ἡγώμεθα δημότας καὶ πολίτας, εἷς δὲ βίος ᾖ καὶ κόσμος, ὥσπερ ἀγέλης συννόμου νομῷ κοινῷ συντρεφομένης. τοῦτο Ζήνων μὲν ἔγραψεν ὥσπερ ὄναρ ἢ εἴδωλον εὐνομίας φιλοσόφου καὶ πολιτείας ἀνατυπωσάμενος. — Plut. Sto. Rep. 2. 1: ἐπεὶ τοίνυν πολλὰ μέν, ὡς ἐν λόγοις, αὐτῷ Ζήνωνι… γεγραμμένα τυγχάνει περὶ πολιτείας καὶ τοῦ ἄρχεσθαι καὶ ἄρχειν καὶ δικάζειν καὶ ῥητορεύειν. — Chrysost. Hom. 1 in Matth. 4: οὐ γὰρ καθάπερ Πλάτων ὁ τὴν καταγέλαστον ἐκείνην πολιτείαν συνθεὶς καὶ Ζήνων καὶ εἴ τις ἕτερος πολιτείαν ἔγραψεν ἢ νόμους συνέθηκεν. [163] Fragment 163. Athenaeus, Deipnosophists 13.561C; Plutarch, Life of Lycurgus 31 Athen. xiii. 561 c: Ποντιανὸς δὲ Ζήνωνα ἔφη τὸν Κιτιέα ὑπολαμβάνειν τὸν Ἔρωτα θεὸν εἶναι φιλίας καὶ ἐλευθερίας, ἔτι δὲ καὶ ὁμονοίας παρασκευαστικόν, ἄλλου δ᾽ οὐδενός. διὸ καὶ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἔφη ‘τὸν Ἔρωτα θεὸν εἶναι, συνεργὸν ὑπάρχοντα πρὸς τὴν τῆς πόλεως σωτηρίαν.’ — Plut. vit. Lycurg. 31 (Lycurgus’ aim was not to leave Sparta ruling a large empire), ἀλλ᾽ ὥσπερ ἑνὸς ἀνδρὸς βίῳ καὶ πόλεως ὅλης νομίζων εὐδαιμονίαν ἀπ᾽ ἀρετῆς ἐγγίνεσθαι καὶ ὁμονοίας τῆς πρὸς αὑτήν, πρὸς τοῦτο συνέταξε καὶ συνήρμοσεν, ὅπως ἐλευθέριοι καὶ αὐτάρκεις γενόμενοι καὶ σωφρονοῦντες ἐπὶ πλεῖστον χρόνον διατελῶσι. ταύτην καὶ Πλάτων ἔλαβε τῆς Πολιτείας ὑπόθεσιν καὶ Διογένης καὶ Ζήνων κτλ. [164] Fragment 164. Clement of Alexandria, Stromata 5.11.76; Plutarch, On Stoic Self-Contradictions 6.1; Theodoret, Cure of Greek Maladies 3; Epiphanius, Against Heresies 3.36 Clem. Alex. Strom. v. 12. 76: λέγει δὲ καὶ Ζήνων ὁ τῆς Στωικῆς κτίστης αἱρέσεως ἐν τῷ τῆς Πολιτείας βιβλίῳ μήτε ναοὺς δεῖν ποιεῖν μήτε ἀγάλματα· μηδὲν γὰρ εἶναι τῶν θεῶν ἄξιον κατασκεύασμα, καὶ γράφειν οὐ δέδιεν αὐταῖς λέξεσι τάδε· ‘ἱερά τε οἰκοδομεῖν οὐδὲν δεήσει· ἱερὸν γὰρ μὴ πολλοῦ ἄξιον καὶ ἅγιον οὐδὲν χρὴ νομίζειν· οὐδὲν δὲ πολλοῦ ἄξιον καὶ ἅγιον οἰκοδόμων ἔργον καὶ βαναύσων.’ — Plut. Sto. Rep. 6. 1: ἔτι δόγμα Ζήνωνός ἐστιν ἱερὰ θεῶν μὴ οἰκοδομεῖν· ἱερὸν γὰρ μὴ πολλοῦ ἄξιον καὶ ἅγιον οὐκ ἔστιν· οἰκοδόμων δ᾽ ἔργον καὶ βαναύσων οὐδέν ἐστι πολλοῦ ἄξιον. — Theodoret, Gr. Aff. Cur. iii: ταῦτα συνορῶν καὶ Ζήνων ὁ Κιτιεὺς ἐν τῷ τῆς Πολιτείας ἀπαγορεύει βιβλίῳ καὶ ναοὺς οἰκοδομεῖν καὶ ἀγάλματα τεκταίνειν· οὐδὲν γὰρ εἶναι τούτων φησὶν θεῶν ἄξιον κατασκεύασμα. — Epiphan. Haeres. iii. 36: Ζήνων ὁ Κιτιεὺς ὁ Στωικὸς ἔφη μὴ δεῖν θεοῖς οἰκοδομεῖν ἱερά. [165] Fragment 165. Stobaeus, Florilegium 43.88 Ζήνων ἔφη δεῖν τὰς πόλεις κοσμεῖν οὐκ ἀναθήμασιν ἀλλὰ ταῖς τῶν οἰκούντων ἀρεταῖς. [166] Fragment 166. Diogenes Laertius, Lives 7.33 καὶ κατὰ τοὺς διακοσίους στίχους μήθ᾽ ἱερὰ μήτε δικαστήρια μήτε γυμνάσια ἐν ταῖς πόλεσιν οἰκοδομεῖσθαι. [167] Fragment 167. Diogenes Laertius, Lives 7.32 ἔνιοι μέντοι… ἐν πολλοῖς κατηγοροῦντες τοῦ Ζήνωνος τὴν ἐγκύκλιον παιδείαν ἄχρηστον ἀποφαίνειν λέγουσιν ἐν ἀρχῇ τῆς Πολιτείας. [168] Fragment 168. Diogenes Laertius, Lives 7.33 περί τε νομίσματος οὕτως γράφειν (Ζήνωνα)· νόμισμα δ᾽ οὔτ᾽ ἀλλαγῆς ἕνεκεν οἴεσθαι δεῖν κατασκευάζειν οὔτ᾽ ἀποδημίας ἕνεκεν. [169] Fragment 169. Athenaeus, Deipnosophists 6.233B–C Ζήνων δὲ ὁ ἀπὸ τῆς Στοᾶς πάντα τἄλλα πλὴν τοῦ νομίμως αὐτοῖς (i.e. gold and silver) καὶ καλῶς χρῆσθαι νομίσας ἀδιάφορα, τὴν μὲν αἵρεσιν αὐτῶν καὶ φυγὴν ἀπειπών, τὴν χρῆσιν δὲ τῶν λιτῶν καὶ ἀπερίττων προηγουμένως ποιεῖσθαι προστάσσων· ὅπως ἀδεῆ καὶ ἀθαύμαστον πρὸς τἄλλα τὴν διάθεσιν τῆς ψυχῆς ἔχοντες οἱ ἄνθρωποι, ὅσα μήτε καλά ἐστι μήτε αἰσχρά, τοῖς μὲν κατὰ φύσιν ὡς ἐπὶ πολὺ χρῶνται, τῶν δ᾽ ἐναντίων μηδὲν ὅλως δεδοικότες λόγῳ καὶ μὴ φόβῳ τούτων ἀπέχωνται. [170] Fragment 170. Seneca, On Leisure 3.2; Seneca, On Tranquillity of Mind 1.7 Zenon ait: accedet ad rempublicam (sapiens), nisi si quid impedierit. — id. Tranq. An. i. 7: Promptus compositusque sequor Zenonem, Cleanthem, Chrysippum, quorum tamen nemo ad rempublicam accessit, nemo non misit. [171] Fragment 171. Diogenes Laertius, Lives 7.121 καὶ γαμήσειν, ὡς ὁ Ζήνων φησὶν ἐν Πολιτείᾳ, (τὸν σοφὸν) καὶ παιδοποιήσεσθαι. [172] Fragment 172. Diogenes Laertius, Lives 7.129 καὶ ἐρασθήσεσθαι δὲ τὸν σοφὸν τῶν νέων τῶν ἐμφαινόντων διὰ τοῦ εἴδους τὴν πρὸς ἀρετὴν εὐφυΐαν, ὥς φησι Ζήνων ἐν τῇ Πολιτείᾳ. [173] Fragment 173. Athenaeus, Deipnosophists 13.563E καὶ τοῦτο μὲν ἐζηλωκότες τὸν ἀρχηγὸν ὑμῶν τῆς σοφίας Ζήνωνα τὸν Φοίνικα, ὃς οὐδεπώποτε γυναικὶ ἐχρήσατο, παιδικοῖς δ᾽ ἀεί, ὡς Ἀντίγονος ὁ Καρύστιος ἱστορεῖ ἐν τῷ περὶ τοῦ βίου αὐτοῦ· θρυλλεῖτε γὰρ ὅτι ‘δεῖ μὴ τῶν σωμάτων ἀλλὰ τῆς ψυχῆς ἐρᾶν.’ [174] Fragment 174. Clement of Alexandria, Paedagogus 3.11.74 ὑπογράφειν ὁ Κιτιεὺς ἔοικε Ζήνων εἰκόνα νεανίου καὶ οὕτως αὐτὸν ἀνδριαντουργεῖ· ἔστω, φησί, καθαρὸν τὸ πρόσωπον, ὀφρὺς μὴ καθειμένη, μηδ᾽ ὄμμα ἀναπεπταμένον, μηδὲ διακεκλασμένον, μὴ ὕπτιος ὁ τράχηλος, μηδ᾽ ἀνιέμενα τὰ τοῦ σώματος μέλη, ἀλλὰ [τὰ] μετέωρα ἐντόνοις ὅμοια· ὀρθὸς νοῦς πρὸς τὸν λόγον, ὀξύτης καὶ κατοκωχὴ τῶν ὀρθῶς εἰρημένων, καὶ σχηματισμοὶ καὶ κινήσεις μηδὲν ἐνδιδοῦσαι τοῖς ἀκολάστοις ἐλπίδος. αἰδὼς μὲν ἐπανθείτω καὶ ἀρρενωπία· ἀπέστω δὲ καὶ ὁ ἀπὸ τῶν μυροπωλίων καὶ χρυσοχοείων καὶ ἐριοπωλίων ἄλυς καὶ ὁ ἀπὸ τῶν ἄλλων ἐργαστηρίων, ἔνθα καὶ ἑταιρικῶς κεκοσμημένοι, ὥσπερ ἐπὶ τέγους καθεζόμενοι, διημερεύουσιν. [175] Fragment 175. Diogenes Laertius, Lives 7.22 δεῖν τε ἔλεγε τοὺς νέους πάσῃ κοσμιότητι χρῆσθαι καὶ πορείᾳ καὶ σχήματι καὶ περιβολῇ. [176] Fragment 176. Diogenes Laertius, Lives 7.131 and 7.33 Diog. L. vii. 131: ἀρέσκει δὲ αὐτοῖς καὶ κοινὰς εἶναι τὰς γυναῖκας δεῖν παρὰ τοῖς σοφοῖς, ὥστε τὸν ἐντυχόντα τῇ ἐντυχούσῃ χρῆσθαι, καθά φησι Ζήνων ἐν τῇ Πολιτείᾳ. — ib. 33: κοινάς τε τὰς γυναῖκας δογματίζειν ὁμοίως Πλάτωνι ἐν τῇ Πολιτείᾳ. [177] Fragment 177. Diogenes Laertius, Lives 7.33 καὶ ἐσθῆτι δὲ τῇ αὐτῇ κελεύει (Ζήνων) χρῆσθαι ἄνδρας καὶ γυναῖκας καὶ μηδὲν μόριον ἀποκεκρύφθαι. [178] Fragment 178. Origen, Against Celsus 7.63 ἐκκλίνουσι τὸ μοιχεύειν οἱ τὰ τοῦ Κιτιέως Ζήνωνος φιλοσοφοῦντες… διὰ τὸ κοινωνικὸν καὶ παρὰ φύσιν εἶναι τῷ λογικῷ ζῴῳ νοθεύειν τὴν ὑπὸ τῶν νόμων ἑτέρῳ προκαταληφθεῖσαν γυναῖκα καὶ φθείρειν τὸν ἄλλου ἀνθρώπου οἶκον. [179] Fragment 179. Sextus Empiricus, Outlines of Pyrrhonism 3.245; Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 11.190 Sext. Pyrrh. iii. 245: οἷον γοῦν ὁ αἱρεσιάρχης αὐτῶν Ζήνων ἐν ταῖς Διατριβαῖς φησι περὶ παίδων ἀγωγῆς ἄλλα τε ὅμοια καὶ τάδε· ‘διαμηρίζειν μηδὲν μᾶλλον μηδὲ ἧσσον παιδικὰ ἢ μὴ παιδικὰ μηδὲ θήλεα ἢ ἄρρενα· οὐ γάρ [ἐστι] παιδικοῖς ἄλλα ἢ μὴ παιδικοῖς οὐδὲ θηλείαις ἢ ἄρρεσιν, ἀλλὰ ταὐτὰ πρέπει τε καὶ πρέποντά ἐστιν.’ — Sext. Math. xi. 190: καὶ μὴν περὶ μὲν παίδων ἀγωγῆς ἐν ταῖς Διατριβαῖς ὁ αἱρεσιάρχης Ζήνων τοιαῦτά τινα διέξεισιν. [180] Fragment 180. Sextus Empiricus, Outlines of Pyrrhonism 3.246; Against the Mathematicians 11.191; Outlines of Pyrrhonism 3.205; Plutarch, Table Talk 3.6.1 Sext. Pyrrh. iii. 246: περὶ δὲ τῆς εἰς τοὺς γονεῖς ὁσιότητος ὁ αὐτὸς ἀνήρ (Ζήνων) φησιν εἰς τὰ περὶ τὴν Ἰοκάστην καὶ τὸν Οἰδίποδα ὅτι οὐκ ἦν δεινὸν τρίβειν τὴν μητέρα· καὶ εἰ μὲν ἀσθενοῦσαν ἕτερόν τι μέρος τοῦ σώματος τρίψας ταῖς χερσὶν ὠφέλει, οὐδὲν αἰσχρόν· εἰ δὲ ἕτερα μέρη τρίψας εὔφραινεν, ὀδυνωμένην παύσας, καὶ παῖδας ἐκ τῆς μητρὸς γενναίους ἐποίησεν, αἰσχρόν. — Sext. Math. xi. 191: καί γε ὁ μὲν Ζήνων τὰ περὶ τῆς Ἰοκάστης καὶ Οἰδίποδος ἱστορούμενά φησιν ὅτι οὐκ ἦν δεινὸν τρῖψαι τὴν μητέρα. καὶ εἰ μὲν ἀσθενοῦσαν τὸ σῶμα ταῖς χερσὶ τρίψας ὠφέλει, οὐδὲν αἰσχρόν· εἰ δὲ ἑτέρῳ μέρει τρίψας ἐφ᾽ ᾧ εὗρεν ὀδυνωμένην παύσας καὶ παῖδας ἐκ τῆς μητρὸς γενναίους ποιήσας, τί ἦν αἰσχρόν; — Sext. Pyrrh. iii. 205: ἀλλὰ καὶ ὁ Κιτιεὺς Ζήνων φησὶ μὴ ἄτοπον εἶναι τὸ μόριον τῆς μητρὸς τῷ ἑαυτοῦ μορίῳ τρῖψαι, καθάπερ οὐδὲ ἄλλο τι μέρος τοῦ σώματος αὐτῆς τῇ χειρὶ τρῖψαι φαῦλον ἂν εἴποι τις εἶναι. — Plut. Quaest. Conv. iii. 6. 1: ὡς ἔγωγε νὴ τὸν κύνα καὶ τοῦ Ζήνωνος ἂν ἐβουλόμην, ἔφη, διαμηρισμοὺς ἐν συμποσίῳ τινὶ καὶ παιδιᾷ μᾶλλον ἢ σπουδῆς τοσαύτης ἐχομένῳ συγγράμματι τῇ Πολιτείᾳ κατατετάχθαι. [181] Fragment 181. Sextus Empiricus, Against the Mathematicians 11.190 καὶ πάλιν (ὁ Ζήνων)· ‘διαμεμήρικας τὸν ἐρώμενον; οὐκ ἔγωγε. πότερον οὐκ ἐπεθύμησας αὐτὸν διαμηρίσαι; καὶ μάλα. ἀλλ᾽ ἐπεθύμησας παρασχεῖν σοι αὐτὸν ἢ ἐφοβήθης κελεῦσαι; μὰ Δί᾽. ἀλλ᾽ ἐκέλευσας; καὶ μάλα. εἶτ᾽ οὐκ ὑπηρέτησέ σοι; οὐ γάρ.’ [182] Fragment 182. Sextus Empiricus, Outlines of Pyrrhonism 3.200 καὶ τί θαυμαστόν, ὅπου γε καὶ οἱ ἀπὸ τῆς κυνικῆς φιλοσοφίας καὶ οἱ περὶ τὸν Κιτιέα Ζήνωνα καὶ Κλεάνθην καὶ Χρύσιππον ἀδιάφορον τοῦτο (i.e. ἀρρενομιξίαν) εἶναί φασιν; [183] Fragment 183. Sextus Empiricus, Outlines of Pyrrhonism 3.206 τό τε αἰσχρουργεῖν ἐπάρατον ὂν παρ᾽ ἡμῖν ὁ Ζήνων οὐκ ἀποδοκιμάζει. [184] Fragment 184. Theophilus of Antioch, To Autolycus 3.5 τί σοι ἔδοξε τὰ Ζήνωνος ἢ τὰ Διογένους καὶ Κλεάνθους, ὁπόσα περιέχουσιν αἱ βίβλοι αὐτῶν διδάσκουσαι ἀνθρωποβορίας, πατέρας μὲν ὑπὸ ἰδίων τέκνων ἕψεσθαι καὶ βιβρώσκεσθαι, καί, εἴ τις οὐ βούλοιτο ἢ μέρος τι τῆς μυσερᾶς τροφῆς ἀπορρίψειεν, αὐτὸν κατεσθίεσθαι τὸν μὴ φαγόντα; [185] Fragment 185. Epiphanius, Against Heresies 3.36 τοὺς δὲ τελευτῶντας ζῴοις παραβάλλειν χρῆναι ἢ πυρί. καὶ τοῖς παιδικοῖς χρῆσθαι ἀκωλύτως. [186] Fragment 186. Cicero, Letters to Friends 9.22.1 Atqui hoc (libertas loquendi) Zenoni placuit… sed, ut dico, placet Stoicis suo quamque rem nomine appellare. [187] Fragment 187. Clement of Alexandria, Stromata 2.20.125 καλῶς ὁ Ζήνων ἐπὶ τῶν Ἰνδῶν ἔλεγεν ἕνα Ἰνδὸν παροπτώμενον ἐθέλειν <ἂν> ἰδεῖν ἢ πάσας τὰς περὶ πόνου ἀποδείξεις μαθεῖν. [188] Fragment 188. Galen, On the Diagnosis and Cure of the Soul’s Passions (Kühn 5.13) οὕτω γοῦν καὶ Ζήνων ἠξίου πάντα πράττειν ἡμᾶς ἀσφαλῶς, ὡς ἀπολογησομένους ὀλίγον ὕστερον παιδαγωγοῖς· ὠνόμαζε γὰρ οὕτως ἐκεῖνος ὁ ἀνὴρ τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων ἑτοίμους ὄντας τοῖς πέλας ἐπιτιμᾶν κἂν μηδεὶς αὐτοὺς παρακαλῇ. [189] Fragment 189. Stobaeus, Florilegium 14.4 (= Antonius Melissa 1.52) ἔλεγχε σαυτόν, ὅστις εἶ, μὴ πρὸς χάριν ἄκου᾽, ἀφαιροῦ δὲ κολάκων παρρησίαν. [190] Fragment 190. Maximus the Confessor, Florilegium ch. 6 (ed. Mai) ὁ μὲν γεωργὸς ἀφ᾽ ὧν ἂν πολὺν καὶ καλὸν θέλοι καρπὸν λαβεῖν ὠφέλιμον ἑαυτὸν ἐκείνοις παρέχεται καὶ πάντα τρόπον ἐπιμελεῖται καὶ θεραπεύει· πολὺ δὲ μᾶλλον ἄνθρωποι τοῖς ὠφελίμοις πεφύκασι χαρίζεσθαι καὶ περὶ τοὺς τοιούτους μάλιστα σπουδάζειν· καὶ θαυμαστὸν οὐδέν. καὶ γὰρ καὶ τῶν μερῶν τοῦ σώματος ἐκείνων ἐπιμελούμεθα μᾶλλον ἅπερ ὠφελιμώτερα ἑαυτοῖς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν νομίζομεν εἶναι, ὅθεν ὁμοίως ὑφ᾽ ὧν εὖ πάσχειν ἀξιοῦμεν, ὠφελίμους αὐτοῖς ἔργοις, ἀλλὰ μὴ τοῖς λόγοις εἶναι δεῖ. οὐδὲ γὰρ ἡ ἐλαία τῷ θεραπεύοντι αὐτὴν ἐπαγάλλεται, ἀλλ᾽ ἐκφέρουσα πολλούς τε καὶ καλοὺς καρποὺς ἔπεισεν ἑαυτῆς ἐπιμελεῖσθαι μᾶλλον. [191] Fragment 191. Athenaeus, Deipnosophists 13.565D ὁ δὲ σοφὸς ἐκεῖνος Ζήνων, ὥς φησιν Ἀντίγονος ὁ Καρύστιος, προμαντευόμενος ὑμῶν ὡς τὸ εἰκὸς περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς προσποιήτου ἐπιτηδεύσεως ἔφη ὡς οἱ παρακούσαντες αὐτοῦ τῶν λόγων καὶ μὴ συνέντες ἔσονται ῥυπαροὶ καὶ ἀνελεύθεροι, καθάπερ οἱ τῆς Ἀριστίππου παρενεχθέντες αἱρέσεως ἄσωτοι καὶ θρασεῖς. [192] Fragment 192. Stobaeus, Florilegium 6.62 εὖ γὰρ εἴρηται, ἔφη, τὸ τοῦ Ζήνωνος, ὅτι τούτου ἕνεκα καρτέον οὗ καὶ κομητέον, τοῦ κατὰ φύσιν, ἵνα μὴ βαρούμενός τις ὑπὸ τῆς κόμης μηδ᾽ ἐνοχλούμενος ᾖ πρὸς μηδεμίαν ἐνέργειαν. [193] Fragment 193. Diogenes Laertius, Lives 8.48 ἀλλὰ μὴν καὶ τὸν οὐρανὸν πρῶτον (i.e. Pythagoras) ὀνομάσαι κόσμον καὶ τὴν γῆν στρογγύλην· ὡς δὲ Θεόφραστος, Παρμενίδην· ὡς δὲ Ζήνων, Ἡσίοδον. [194] Fragment 194. Diogenes Laertius, Lives 6.91 Ζήνων δ᾽ αὖ ὁ Κιτιεὺς ἐν ταῖς Χρείαις καὶ κώδιον αὐτόν (Crates) φησί ποτε προσράψαι τῷ τρίβωνι ἀνεπιτρεπτοῦντα. [195] Fragment 195. Dio Chrysostom, Discourses 53.4 γέγραφε δὲ καὶ Ζήνων ὁ φιλόσοφος εἴς τε τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσειαν καὶ περὶ τοῦ Μαργίτου δέ· δοκεῖ γὰρ καὶ τοῦτο τὸ ποίημα ὑπὸ Ὁμήρου γεγονέναι νεωτέρου καὶ ἀποπειρωμένου τῆς αὑτοῦ φύσεως πρὸς ποίησιν. ὁ δὲ Ζήνων οὐδὲν τῶν τοῦ Ὁμήρου ψέγει, ἅμα διηγούμενος καὶ διδάσκων ὅτι τὰ μὲν κατὰ δόξαν, τὰ δὲ κατὰ ἀλήθειαν γέγραφεν, ὅπως μὴ φαίνηται αὐτὸς αὑτῷ μαχόμενος ἔν τισι δοκοῦσιν ἐναντίως εἰρῆσθαι. ὁ δὲ λόγος οὗτος Ἀντισθένους ἐστὶ πρότερον, ὅτι τὰ μὲν δόξῃ, τὰ δὲ ἀληθείᾳ εἴρηται τῷ ποιητῇ· ἀλλ᾽ ὁ μὲν οὐκ ἐξειργάσατο αὐτόν, ὁ δὲ καθ᾽ ἕκαστον τῶν ἐπὶ μέρους ἐδήλωσεν. [196] Fragment 196. Plutarch, Commentary on Hesiod 9; Themistius, Orations 8.108c and 13.171d Plut. comm. Hesiod. ix: Ζήνων ὁ Στωικὸς ἐνήλλαττε τοὺς στίχους λέγων· κεῖνος μὲν πανάριστος ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται, ἐσθλὸς δ᾽ αὖ κἀκεῖνος ὃς αὐτὸς πάντα νοήσῃ, τῇ εὐπειθείᾳ τὰ πρωτεῖα διδούς, τῇ φρονήσει δὲ τὰ δευτερεῖα. — Themist. Or. viii. 108 c: ἐμοὶ δὲ καὶ Ζήνων ὁ Κιτιεὺς λίαν ἀρεστὸς τὴν εὐπείθειαν ἀποφηνάμενος τῆς ἀγχινοίας ἀρετὴν εἶναι βασιλικωτέραν καὶ τὴν τάξιν τὴν Ἡσιόδου μεταθεὶς κτλ. — id. Or. xiii. 171 d: ὀρθῶς γὰρ ὑπελάμβανε Ζήνων ὁ Κιτιεὺς βασιλικωτέραν εἶναι τῆς ἀγχινοίας τὴν εὐπείθειαν. [197] Fragment 197. Plutarch, How the Young Man Should Listen to Poetry 33E καὶ ὁ Ζήνων ἐπανορθούμενος τὸ τοῦ Σοφοκλέους· ὅστις δὲ πρὸς τύραννον ἐμπορεύεται, κείνου ᾽στὶ δοῦλος κἂν ἐλεύθερος μόλῃ, μετέγραφεν· οὐκ ἔστι δοῦλος, ἂν (? ἦν) ἐλεύθερος μόλῃ, τῷ ἐλευθέρῳ νῦν συνεκφαίνων τὸν ἀδεῆ καὶ μεγαλόφρονα καὶ ἀταπείνωτον. [198] Fragment 198. Strabo, Geography 7.3.6 (Homer never mentions Arabia) εἰ μὴ Ζήνωνι τῷ φιλοσόφῳ προσεκτέον γράφοντι· Αἰθίοπάς δ᾽ ἱκόμην καὶ Σιδονίους Ἄραβάς τε. [199] Fragment 199. Stobaeus, Florilegium 95.21 Ζήνων ἔφη Κράτητα ἀναγιγνώσκειν ἐν σκυτείῳ καθήμενον τὸν Ἀριστοτέλους Προτρεπτικόν, ὃν ἔγραψε πρὸς Θεμίσωνα τῶν Κυπρίων βασιλέα, λέγων ὅτι οὐδενὶ πλείω ἀγαθὰ ὑπάρχει πρὸς τὸ φιλοσοφῆσαι· πλοῦτόν τε γὰρ πλεῖστον αὐτὸν ἔχειν, ὥστε δαπανᾶν εἰς ταῦτα, ἔτι δὲ δόξαν ὑπάρχειν αὐτῷ. ἀναγιγνώσκοντος δὲ αὐτοῦ τὸν σκυτέα ἔφη προσέχειν ἅμα ῥάπτοντα, καὶ τὸν Κράτητα εἰπεῖν· ἐγώ μοι δοκῶ, ὦ Φιλίσκε, γράψειν πρὸς σὲ Προτρεπτικόν· πλείω γὰρ ὁρῶ σοι ὑπάρχοντα πρὸς τὸ φιλοσοφῆσαι ὧν ἔγραψεν Ἀριστοτέλης. [200] Fragment 200. Stobaeus, Florilegium 36.26 Ζήνων τῶν μαθητῶν ἔφασκε τοὺς μὲν φιλολόγους εἶναι, τοὺς δὲ λογοφίλους. [201] Fragment 201. Stobaeus, Florilegium 6.34 ὁ Ζήνων ᾐτιᾶτο τοὺς πλείστους λέγων, ἐξὸν ἀπὸ τῶν πόνων τὰς ἡδονὰς φέρειν, ἀπὸ τῶν μαγειρείων λαμβάνοντας. [202] Fragment 202. Stobaeus, Florilegium 4.107 Ζήνων δὲ ἔφη γελοῖον ἑκάστους μὲν τοῖς πράγμασιν ὡς δεῖ ζῆν μὴ προσέχειν ὡς οὐκ εἰδότων, τὸν δὲ παρὰ πάντων ἔπαινον θαυμάζειν ὡς ἐχόμενον κρίσεως. ## Sayings (Apophthegmata) [S1] Saying 1. Diogenes Laertius, Lives 7.2 (the same in the Suda, s.v. συγχρωτίζεσθαι) χρηστηριαζομένου αὐτοῦ (Ζήνωνος) τί πράττων ἄριστα βιώσεται, ἀποκρίνασθαι τὸν θεὸν εἰ συγχρωτίζοιτο τοῖς νεκροῖς. ὅθεν ξυνέντα, τὰ τῶν ἀρχαίων ἀναγιγνώσκειν. [S2] Saying 2. Diogenes Laertius, Lives 7.3; Themistius, Orations 23.295d Diog. L. 7.3: πορφύραν ἐμπεπορευμένος ἀπὸ τῆς Φοινίκης πρὸς τῷ Πειραιεῖ ἐναυάγησεν. ἀνελθὼν δὲ εἰς τὰς Ἀθήνας ἤδη τριακοντούτης, ἐκάθισε παρά τινα βιβλιοπώλην, ἀναγιγνώσκοντος δὲ ἐκείνου τὸ δεύτερον τῶν Ξενοφῶντος ἀπομνημονευμάτων ἡσθεὶς ἐπύθετο ποῦ διατρίβοιεν οἱ τοιοῦτοι ἄνδρες. εὐκαίρως δὲ παριόντος Κράτητος, ὁ βιβλιοπώλης δείξας αὐτόν φησι, τούτῳ παρακολούθησον. — Themist. Or. 23.295d: τὰ δὲ ἀμφὶ Ζήνωνος ἀρίδηλά τε ἐστι καὶ ᾀδόμενα ὑπὸ πολλῶν ὅτι αὐτὸν ἡ Σωκράτους ἀπολογία ἐκ Φοινίκης εἰς τὴν Ποικιλὴν ἤγαγεν. [S3] Saying 3. Plutarch, How to Profit by One’s Enemies 2; Plutarch, On Tranquillity of Mind 6; Suda s.v. νῦν εὐπλόηκα; Seneca, On Tranquillity of Mind 14.2 Plut. de Inimic. Util. 2: Ζήνων δέ, τῆς ναυκληρίας αὐτῷ συντριβείσης, πυθόμενος εἶπεν, εὖ γε, ὦ τύχη, ποιεῖς εἰς τὸν τρίβωνα συνελαύνουσα ἡμᾶς. — Plut. de Tranq. An. 6: Ζήνωνι τῷ Κιτιεῖ μία ναῦς περιῆν φορτηγός· πυθόμενος δὲ ταύτην αὐτόφορτον ἀπολωλέναι συγκλυσθεῖσαν, εὖ γε, εἶπεν κ.τ.λ. [with καὶ τὴν στοάν added after τρίβωνα; Plut. de Exilio 11 has καὶ βίον φιλόσοφον instead] — Suidas: νῦν εὐπλόηκα ὅτε νεναυάγηκα. ἐπὶ τῶν παρ᾽ ἐλπίδα εὐτυχησάντων. Ζήνων γὰρ ὁ Κιτιεὺς καταλιπὼν τοὺς πρὶν διδασκάλους καὶ Κράτητος τοῦ φιλοσόφου φοιτητὴς γενόμενος τοῦτο εἴρηκε, ναυαγίῳ περιπεσὼν καὶ εἰπών, εὖ γε ποιεῖ ἡ τύχη προσελαύνουσα ἡμᾶς φιλοσοφίᾳ * * * οὕτω τραπῆναι πρὸς φιλοσοφίαν. — Senec. de Tranq. An. 14.2: Nuntiato naufragio Zeno noster, quum omnia sua audiret submersa, “Iubet” inquit “me fortuna expeditius philosophari.” [S4] Saying 4. Diogenes Laertius, Lives 7.19 πρὸς δὲ τὸν φάσκοντα ὡς τὰ πολλὰ αὐτῷ Ἀντισθένης οὐκ ἀρέσκει, χρείαν Σοφοκλέους προενεγκάμενος, ἠρώτησεν εἴ τινα καὶ καλὰ ἔχειν αὐτῷ δοκεῖ. τοῦ δ᾽ οὐκ εἰδέναι φήσαντος, εἶτ᾽ οὐκ αἰσχύνῃ, ἔφη, εἰ μέν τι κακὸν ἦν εἰρημένον ὑπ᾽ Ἀντισθένους τοῦτ᾽ ἐκλεγόμενος καὶ μνημονεύων, εἰ δέ τι καλόν, οὐδ᾽ ἐπιβαλλόμενος κατέχειν; [S5] Saying 5. Diogenes Laertius, Lives 7.20 λέγοντος δέ τινος αὐτῷ περὶ Πολέμωνος, ὡς ἄλλα προθέμενος ἄλλα λέγει σκυθρωπάσας, ἔφη, πόσου γὰρ ἠγάπας τὰ διδόμενα; [S6] Saying 6. Plutarch, How One May Become Aware of One’s Progress in Virtue 6; Plutarch, On Praising Oneself Inoffensively 17 Plut. de prof. in virt. 6: ὁ δὲ Ζήνων ὁρῶν τὸν Θεόφραστον ἐπὶ τῷ πολλοὺς ἔχειν μαθητὰς θαυμαζόμενον, ὁ ἐκείνου μὲν χορός, ἔφη, μείζων, οὑμὸς δὲ συμφωνότερος. — Plut. de se ipso laud. 17: οὕτω γὰρ ὁ Ζήνων πρὸς τὸ πλῆθος τῶν Θεοφράστου μαθητῶν, ὁ ἐκείνου χορός, ἔφη, μείζων, ὁ ἐμὸς δὲ συμφωνότερος. [S7] Saying 7. Diogenes Laertius, Lives 7.24 φησὶ δ᾽ Ἀπολλώνιος ὁ Τύριος ἕλκοντος αὐτὸν Κράτητος τοῦ ἱματίου ἀπὸ Στίλπωνος εἰπεῖν, ὦ Κράτης, λαβὴ φιλοσόφων ἐστὶν ἐπιδέξιος ἡ διὰ τῶν ὤτων· πείσας οὖν ἕλκε τοῦτον. εἰ δέ με βιάζῃ, τὸ μὲν σῶμα παρά σοι ἔσται, ἡ δὲ ψυχὴ παρὰ Στίλπωνι. [S8] Saying 8. Diogenes Laertius, Lives 7.21 ἔλεγε δὲ καὶ τῶν φιλοσόφων τοὺς πλείστους, τὰ μὲν πολλὰ ἀσόφους εἶναι, τὰ δὲ μικρὰ καὶ τυχηρὰ ἀμαθεῖς. [S9] Saying 9. Diogenes Laertius, Lives 7.20 εἰπόντος δέ τινος ὅτι μικρὰ αὐτῷ δοκεῖ τὰ λογάρια τῶν φιλοσόφων, λέγεις, εἶπε, τἀληθῆ. δεῖ μέντοι καὶ τὰς συλλαβὰς αὐτῶν βραχείας εἶναι, εἰ δυνατόν. [S10] Saying 10. Diogenes Laertius, Lives 7.25 καὶ πρὸς τὸν δείξαντα δὲ αὐτῷ διαλεκτικὸν ἐν τῷ θερίζοντι λόγῳ ἑπτὰ διαλεκτικὰς ἰδέας πυθέσθαι πόσας εἰσπράττεται μισθοῦ· ἀκούσαντα δὲ ἑκατὸν διακοσίας αὐτῷ δοῦναι. [S11] Saying 11. Suda s.v. δέλτος = Diogenes Laertius, Lives 7.37; Plutarch, On Listening to Lectures 18 Diog. L. 7.37: Κλεάνθης, ὃν καὶ ἀφωμοίου τοῖς σκληροκήροις δέλτοις, αἳ μόλις μὲν γράφονται, διατηροῦσι δὲ τὰ γραφέντα. — Plut. de Audiendo 18: ὥσπερ ὁ Κλεάνθης καὶ Ξενοκράτης, βραδύτεροι δοκοῦντες εἶναι τῶν συσχολαστῶν, οὐκ ἀπεδίδρασκον ἐκ τοῦ μανθάνειν οὐδὲ ἀπέκαμνον, ἀλλὰ φθάνοντες εἰς ἑαυτοὺς ἔπαιζον, ἀγγείοις τε βραχυστόμοις καὶ πινακίσι χαλκαῖς ἀπεικάζοντες, ὡς μόλις μὲν παραδεχόμενοι τοὺς λόγους ἀσφαλῶς δὲ καὶ βεβαίως τηροῦντες. [S12] Saying 12. Diogenes Laertius, Lives 7.18 Ἀρίστωνος δὲ τοῦ μαθητοῦ πολλὰ διαλεγομένου οὐκ εὐφυῶς, ἔνια δὲ καὶ προπετῶς καὶ θρασέως, ἀδύνατον, εἶπεν, εἰ μή σε ὁ πατὴρ μεθύων ἐγέννησεν. ὅθεν αὐτὸν καὶ λάλον ἀπεκάλει, βραχυλόγος ὤν. [S13] Saying 13. Stobaeus, Florilegium 36.23; Plutarch, Life of Phocion 5.2 Stob. Floril. 36.23: τῶν τις ἐν Ἀκαδημείᾳ νεανίσκων περὶ ἐπιτηδευμάτων διελέγετο ἀφρόνως· ὁ δὲ Ζήνων ἐὰν μὴ τὴν γλῶτταν, ἔφη, εἰς νοῦν ἀποβρέξας διαλέγῃ, πολὺ πλείω ἔτι καὶ ἐν τοῖς λόγοις πλημμελήσεις. — Plut. Phoc. 5.2: Ζήνων ἔλεγεν ὅτι δεῖ τὸν φιλόσοφον εἰς νοῦν ἀποβάπτοντα προφέρεσθαι τὴν λέξιν. [S14] Saying 14. Diogenes Laertius, Lives 7.20 δεῖν δὲ ἔφη τὸν διαλεγόμενον, ὥσπερ τοὺς ὑποκριτάς, τὴν μὲν φωνὴν καὶ τὴν δύναμιν μεγάλην ἔχειν· τὸ μέντοι στόμα μὴ διέλκειν· ὃ ποιεῖν τοὺς πολλὰ μὲν λαλοῦντας, ἀδύνατα δέ. [S15] Saying 15. Diogenes Laertius, Lives 7.20 τοῖς εὖ λεγομένοις οὐκ ἔφη δεῖν καταλείπεσθαι τόπον, ὥσπερ τοῖς ἀγαθοῖς τεχνίταις εἰς τὸ θεάσασθαι· τοὐναντίον δὲ τὸν ἀκούοντα οὕτω πρὸς τοῖς λεγομένοις γίνεσθαι, ὥστε μὴ λαμβάνειν χρόνον εἰς τὴν ἐπισημείωσιν. [S16] Saying 16. Diogenes Laertius, Lives 7.22 μὴ τὰς φωνὰς καὶ τὰς λέξεις δεῖν ἀπομνημονεύειν, ἀλλὰ περὶ τὴν διάθεσιν τῆς χρείας τὸν νοῦν ἀσχολεῖσθαι μὴ ὥσπερ ἕψησίν τινα ἢ σκευασίαν ἀναλαμβάνοντας. [S17] Saying 17. Diogenes Laertius, Lives 7.23 τὸ κάλλος εἶπε τῆς σωφροσύνης ἄνθος εἶναι. [S18] Saying 18. Stobaeus, Florilegium Monacense 196 Ζήνων ὁ φιλόσοφος, λεγόντων τινῶν ὅτι παράδοξα λέγει, εἶπεν, ἀλλ᾽ οὐ παράνομα. [S19] Saying 19. Plutarch, On Moral Virtue 4 καίτοι καὶ Ζήνωνά φασιν εἰς θέατρον ἀνιόντα κιθαρῳδοῦντος Ἀμοιβέως πρὸς τοὺς μαθητάς, ἴωμεν, εἰπεῖν, ὅπως καταμάθωμεν οἵαν ἔντερα καὶ νεῦρα καὶ ξύλα καὶ ὀστᾶ λόγου καὶ ἀριθμοῦ μετασχόντα καὶ τάξεως ἐμμέλειαν καὶ φωνὴν ἀφίησιν. [S20] Saying 20. Stobaeus, Florilegium 36.19; Diogenes Laertius, Lives 7.23 Stob. Floril. 36.19: Ζήνων πρὸς τὸν πλείω λαλεῖν θέλοντα ἢ ἀκούειν “νεανίσκε,” εἶπεν, “ἡ φύσις ἡμῖν γλῶτταν μὲν μίαν δύο δὲ ὦτα παρέσχεν, ἵνα διπλασίονα ὧν λέγομεν ἀκούωμεν.” — Diog. L. 7.23: πρὸς τὸ φλυαροῦν μειράκιον, διὰ τοῦτο, εἶπε, δύο ὦτα ἔχομεν, στόμα δὲ ἕν, ἵνα πλείονα μὲν ἀκούωμεν, ἥττονα δὲ λέγωμεν. [S21] Saying 21. Diogenes Laertius, Lives 7.21 νεανίσκου πολλὰ λαλοῦντος, ἔφη, τὰ ὦτά σου εἰς τὴν γλῶτταν συνερρύηκεν. [S22] Saying 22. Diogenes Laertius, Lives 7.26 ἔλεγέ τε κρεῖττον εἶναι τοῖς ποσὶν ὀλισθεῖν ἢ τῇ γλώττῃ. [S23] Saying 23. Diogenes Laertius, Lives 7.14 πλειόνων τε περιστάντων αὐτὸν δείξας ἐν τῇ στοᾷ κατ᾽ ἄκρου τὸ ξύλινον περιφερὲς τοῦ βωμοῦ ἔφη, τοῦτό ποτε ἐν μέσῳ ἔκειτο· διὰ δὲ τὸ ἐμποδίζειν ἰδίᾳ ἐτέθη. καὶ ὑμεῖς μὲν ἐκ τοῦ μέσου βαστάσαντες αὑτοὺς ἧττον ἡμῖν ἐνοχλήσετε. [S24] Saying 24. Diogenes Laertius, Lives 7.24 ἐρωτηθεὶς πῶς ἔχει πρὸς λοιδορίαν, καθάπερ, εἶπεν, εἰ πρεσβευτὴς ἀναπόκριτος ἀποστέλλοιτο. [S25] Saying 25. Diogenes Laertius, Lives 7.24; Stobaeus, Florilegium 33.10; Plutarch, On Talkativeness 4 Diog. L. 7.24: ἐν συμποσίῳ κατακείμενος σιγῇ, τὴν αἰτίαν ἠρωτήθη. ἔφη οὖν τῷ ἐγκαλέσαντι ἀπαγγεῖλαι πρὸς τὸν βασιλέα, ὅτι παρῆν τις σιωπᾶν ἐπιστάμενος. ἦσαν δὲ οἱ ἐρωτήσαντες παρὰ Πτολεμαίου πρέσβεις ἀφικόμενοι, καὶ βουλόμενοι μαθεῖν τί εἴποιεν παρ᾽ αὐτοῦ πρὸς τὸν βασιλέα. — Stob. Floril. 33.10: Ζήνων, Ἀντιγόνου πρέσβεις Ἀθήναζε πέμψαντος, κληθεὶς ὑπ᾽ αὐτῶν σὺν ἄλλοις φιλοσόφοις ἐπὶ δεῖπνον, κἀκείνων παρὰ πότον σπευδόντων ἐπιδείκνυσθαι τὴν αὑτῶν ἕξιν, αὐτὸς ἐσίγα. τῶν δὲ πρεσβέων ζητούντων τί ἀπαγγείλωσι περὶ αὐτοῦ πρὸς Ἀντίγονον, “τοῦτ᾽ αὐτό,” ἔφη, “ὃ βλέπετε.” δυσκρατέστατον γὰρ πάντων ὁ λόγος. — Plut. de Garrul. 4: Ἀθήνῃσι δέ τις ἑστιῶν πρέσβεις βασιλικούς, ἐφιλοτιμήθη σπουδάζουσιν αὐτοῖς συναγαγεῖν εἰς ταὐτὸ τοὺς φιλοσόφους, χρωμένων δὲ τῶν ἄλλων κοινολογίᾳ καὶ τὰς συμβολὰς ἀποδιδόντων τοῦ δὲ Ζήνωνος ἡσυχίαν ἄγοντος, φιλοφρονησάμενοι καὶ προπιόντες οἱ ξένοι, περὶ σοῦ δὲ τί χρὴ λέγειν, ἔφασαν, ὦ Ζήνων, τῷ βασιλεῖ; κἀκεῖνος, ἄλλο μηδέν, εἶπεν, ἢ ὅτι πρεσβύτης ἐστὶν ἐν Ἀθήναις παρὰ πότον σιωπᾶν δυνάμενος. [S26] Saying 26. Aelian, Varia Historia 9.26 Ζήνωνα τὸν Κιτιέα δι᾽ αἰδοῦς ἄγαν καὶ σπουδῆς ἦγεν Ἀντίγονος ὁ βασιλεύς. καί ποτε οὖν ὑπερπλησθεὶς οἴνου ἐπεκώμασε τῷ Ζήνωνι, καὶ φιλῶν αὐτὸν καὶ περιβάλλων ἅτε ἔξοινος ὤν, ἠξίου τί αὐτὸν προστάξαι, ὀμνὺς καὶ νεανιευόμενος σὺν ὅρκῳ μὴ ἀτυχήσειν τῆς αἰτήσεως. ὁ δὲ λέγει αὐτῷ, πορευθεὶς ἔμεσον· σεμνῶς ἅμα καὶ μεγαλοφρόνως τὴν μέθην ἐλέγξας καὶ φεισάμενος αὐτοῦ μή ποτε διαρραγῇ ὑπὸ πλησμονῆς. [S27] Saying 27. Athenaeus, Deipnosophists 2.55f; Galen, That the Faculties of the Soul Follow the Mixtures of the Body 3 (Kühn 4.777); Eustathius, Commentary on Homer’s Odyssey 21.293 (p. 1910.42) Athen. 2.55f: διὸ καὶ Ζήνων ὁ Κιτιεύς, σκληρὸς ὢν καὶ πάνυ θυμικὸς πρὸς τοὺς γνωρίμους, ἐπὶ πλεῖον τοῦ οἴνου σπάσας ἡδὺς ἐγίνετο καὶ μείλιχος· πρὸς τοὺς πυνθανομένους οὖν τοῦ τρόπου τὴν διαφορὰν ἔλεγε τὸ αὐτὸ τοῖς θέρμοις πάσχειν, καὶ γὰρ ἐκείνους πρὶν διαβραχῆναι πικροτάτους εἶναι, ποτισθέντας δὲ γλυκεῖς καὶ προσηνεστάτους. — Galen: καὶ Ζήνων, ὥς φασιν, ἔλεγεν ὅτι, καθάπερ οἱ πικροὶ θέρμοι βρεχόμενοι τῷ ὕδατι γλυκεῖς γίνονται, οὕτω καὶ αὑτὸν ὑπ᾽ οἴνου διατίθεσθαι. — Eustath.: Ζήνων οὖν, φασίν, ὁ Κιτιεὺς σκληρὸς ἄλλως ὢν πρὸς τοὺς συνήθεις, ὅμως εἰ πλεῖον οἴνου πάσειε (leg. σπάσειε) ἡδὺς ἐγίνετο καὶ μείλιχος, λέγων ταὐτόν τι τοῖς θέρμοις πάσχειν, οἳ πικρότεροι ὄντες πρὶν διαβραχῆναι ποτισθέντες γλυκεῖς γίνονται καὶ προσηνέστεροι. [S28] Saying 28. Athenaeus, Deipnosophists 8.345c (the same in Diogenes Laertius, Lives 7.19) Ζήνων δ᾽ ὁ Κιτιεὺς ὁ τῆς Στοᾶς κτίστης, πρὸς τὸν ὀψοφάγον ᾧ συνέζη ἐπὶ πλείονα χρόνον, καθά φησιν Ἀντίγονος ὁ Καρύστιος ἐν τῷ Ζήνωνος βίῳ, μεγάλου τινὸς κατὰ τύχην ἰχθύος παρατεθέντος, ἄλλου δ᾽ οὐδενὸς παρεσκευασμένου, λαβὼν ὁ Ζήνων ἀπὸ τοῦ πίνακος οἷος ἦν κατεσθίειν. τοῦ δ᾽ ἐμβλέψαντος αὐτῷ· τί οὖν, ἔφη, τοὺς συζῶντάς σοι οἴει πάσχειν, εἰ σὺ μίαν ἡμέραν μὴ δεδύνησαι ἐνεγκεῖν ὀψοφαγίαν; [S29] Saying 29. Athenaeus, Deipnosophists 5.186d ὁ δὲ Ζήνων, ἐπεί τις τῶν παρόντων ὀψοφάγων ἀπέσυρεν ἅμα τῷ παρατεθῆναι τὸ ἐπάνω τοῦ ἰχθύος, στρέψας καὶ αὐτὸς τὸν ἰχθὺν ἀπέσυρεν ἐπιλέγων· (Eur. Bacch. 1129) Ἰνὼ δὲ τἀπὶ θάτερ᾽ ἐξειργάζετο. [S30] Saying 30. Diogenes Laertius, Lives 7.17 (see also the Suda s.v. σκιμαλίσω) δυοῖν δ᾽ ὑπανακειμένοιν ἐν πότῳ, καὶ τοῦ ὑπ᾽ αὐτὸν τὸν ὑφ᾽ ἑαυτὸν σκιμαλίζοντος τῷ ποδί αὐτὸς ἐκεῖνον τῷ γόνατι. ἐπιστραφέντος δέ, τί οὖν οἴει τὸν ὑποκάτω σου πάσχειν ὑπὸ σοῦ; [S31] Saying 31. Stobaeus, Florilegium 57.12 Ζήνων ὁ Στωικὸς φιλόσοφος ὁρῶν τινα τῶν γνωρίμων ὑπὸ τοῦ ἀγροῦ περισπώμενον εἶπεν· ἐὰν μὴ σὺ τοῦτον ἀπολέσῃς, οὗτος σὲ ἀπολέσει. [S32] Saying 32. Boissonade, Anecdota Graeca 1, p. 450 (attributed to Zeno in Paris, Cod. Reg. 1168) Ζῆθι, ὦ ἄνθρωπε, μὴ μόνον ἵνα φάγῃς καὶ πίῃς ἀλλ᾽ ἵνα τὸ ζῆν πρὸς τὸ εὖ ζῆν καταχρήσῃ. [S33] Saying 33. Diogenes Laertius, Lives 7.21 καὶ προεφέρετο τὰ τοῦ Καφησίου· ὡς, ἐπιβαλομένου τινὸς τῶν μαθητῶν μεγάλα φυσᾶν, πατάξας εἶπεν, ὡς οὐκ ἐν τῷ μεγάλῳ τὸ εὖ κείμενον εἴη, ἀλλ᾽ ἐν τῷ εὖ τὸ μέγα. [S34] Saying 34. Diogenes Laertius, Lives 7.26 τὸ εὖ γίνεσθαι παρὰ μικρόν, οὐ μὴν μικρὸν εἶναι. [S35] Saying 35. Plutarch, On Compliancy (De vitioso pudore) 13 τὸ τοῦ Ζήνωνος, ὡς ἀπαντήσας τινὶ νεανίσκῳ τῶν συνηθῶν παρὰ τὸ τεῖχος ἡσυχῇ βαδίζοντι, καὶ πυθόμενος, ὅτι φεύγει φίλον ἀξιοῦντα μαρτυρεῖν αὐτῷ τὰ ψευδῆ· τί λέγεις, φησίν, ἀβέλτερε; σὲ μὲν ἐκεῖνος ἀγνωμονῶν καὶ ἀδικῶν οὐ δέδιεν οὐδ᾽ αἰσχύνεται· σὺ δ᾽ ἐκεῖνον ὑπὲρ τῶν δικαίων οὐ θαρρεῖς ὑποστῆναι; [S36] Saying 36. Diogenes Laertius, Lives 7.16–17 οἷον ἐπὶ τοῦ καλλωπιζομένου ποτὲ ἔφη. ὀχέτιον γάρ τι ὀκνηρῶς αὐτοῦ ὑπερβαίνοντος, δικαίως, εἶπεν, ὑφορᾷ τὸν πηλόν· οὐ γὰρ ἔστιν ἐν αὐτῷ κατοπτρίσασθαι. [S37] Saying 37. Diogenes Laertius, Lives 7.19 μειρακίου δὲ περιεργότερον παρὰ τὴν ἡλικίαν ἐρωτῶντος ζήτημά τι, προσήγαγε πρὸς κάτοπτρον, καὶ ἐκέλευσεν ἐμβλέψαι. ἔπειτ᾽ ἠρώτησεν εἰ δοκεῖ αὐτῷ ἁρμόττοντα εἶναι ὄψει τὰ τοιαῦτα ζητήματα. [S38] Saying 38. Diogenes Laertius, Lives 7.21 νεανίσκου δέ τινος θρασύτερον διαλεγομένου, οὐκ ἂν εἴποιμι, ἔφη, μειράκιον, ἃ ἐπέρχεταί μοι. [S39] Saying 39. Diogenes Laertius, Lives 7.21 πρὸς τὸν καλὸν εἰπόντα ὅτι οὐ δοκεῖ αὐτῷ ἐρασθήσεσθαι ὁ σοφός, οὐδέν, ἔφη, ὑμῶν ἀθλιώτερον ἔσεσθαι τῶν καλῶν (εἰ μὴ ἡμεῖς ἐρασθησόμεθα). [S40] Saying 40. Diogenes Laertius, Lives 7.22 πάντων ἔλεγεν ἀπρεπέστερον εἶναι τὸν τῦφον, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν νέων. [S41] Saying 41. Diogenes Laertius, Lives 7.23 πρὸς τὸν κεχρισμένον τῷ μύρῳ, τίς ἐστιν, ἔφη, ὁ γυναικὸς ὄζων; [S42] Saying 42. Stobaeus, Eclogues 2.31.81 (p. 215.13 Wachsmuth) = Florilegium excerpts from the Florentine MS of John of Damascus 2.13.81 Ζήνων ἐρωτηθεὶς πῶς ἄν τις νέος ἐλάχιστα ἁμαρτάνοι, εἰ πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχει, ἔφη, οὓς μάλιστα τιμᾷ καὶ αἰσχύνεται. [S43] Saying 43. Stobaeus, Florilegium 15.12 Ζήνων πρὸς τοὺς ἀπολογουμένους ὑπὲρ τῆς αὑτῶν ἀσωτίας καὶ λέγοντας ἐκ πολλοῦ τοῦ περιόντος ἀναλίσκειν ἔλεγεν, ἦ που καὶ τοῖς μαγείροις συγγνώσεσθε, ἐὰν ἁλμυρὰ λέγωσι πεποιηκέναι τὰ ὄψα, ὅτι πλῆθος ἁλῶν αὐτοῖς ὑπῆρχεν; [S44] Saying 44. Diogenes Laertius, Lives 7.17 ἐρωτικῶς δὲ διακείμενος Χρεμωνίδου, παρακαθιζόντων αὐτοῦ τε καὶ Κλεάνθους, ἀνέστη. θαυμάζοντος δὲ τοῦ Κλεάνθους, ἔφη, καὶ τῶν ἰατρῶν ἀκούω τῶν ἀγαθῶν κράτιστον εἶναι φάρμακον πρὸς τὰ φλεγμαίνοντα ἡσυχίαν. [S45] Saying 45. Diogenes Laertius, Lives 7.18 πρὸς δὲ τὸν φιλόπαιδα, οὔτε τοὺς διδασκάλους ἔφη φρένας ἔχειν, ἀεὶ διατρίβοντας ἐν παιδαρίοις, οὔτε ἐκείνους. [S46] Saying 46. Stobaeus, Florilegium 17.43 Ζήνων δὲ ὁ Κιτιεὺς οὐδὲ νοσῶν ᾤετο δεῖν τροφὴν προσφέρεσθαι τρυφερωτέραν, ἀλλ᾽ ἐπεὶ ὁ θεραπεύων ἰατρὸς ἐκέλευεν αὐτὸν φαγεῖν νεοττὸν περιστερᾶς, οὐκ ἀνασχόμενος, “ὡς Μανῆν,” ἔφη, “με θεράπευε.” [S47] Saying 47. Diogenes Laertius, Lives 7.17 ὡς δὲ Κυνικός τις οὐ φήσας ἔλαιον ἔχειν ἐν τῇ ληκύθῳ προσῄτησεν αὐτόν, οὐκ ἔφη δώσειν. ἀπελθόντα μέντοι ἐκέλευε σκέψασθαι ὁπότερος εἴη ἀναιδέστερος. [S48] Saying 48. Athenaeus, Deipnosophists 9.370c (cf. Diogenes Laertius, Lives 7.32) καὶ οὐ παράδοξον εἰ κατὰ τῆς κράμβης τινὲς ὤμνυον, ὁπότε καὶ Ζήνων ὁ Κιτιεὺς ὁ τῆς Στοᾶς κτίστωρ μιμούμενος τὸν κατὰ τῆς κυνὸς ὅρκον Σωκράτους καὶ αὐτὸς ὤμνυε τὴν κάππαριν, ὡς Ἔμποδός φησιν ἐν Ἀπομνημονεύμασιν. [S49] Saying 49. Stobaeus, Florilegium 98.68; Diogenes Laertius, Lives 7.23 Stob. Floril. 98.68: Ζήνων ἔλεγεν οὐδενὸς ἡμᾶς οὕτω πένεσθαι ὡς χρόνου. βραχὺς γὰρ ὄντως ὁ βίος, ἡ δὲ τέχνη μακρή, καὶ μᾶλλον ἡ τὰς τῆς ψυχῆς νόσους ἰάσασθαι δυναμένη. — Diog. L. 7.23: μηδενός τε ἡμᾶς οὕτως εἶναι ἐνδεεῖς ὡς χρόνου. [S50] Saying 50. Stobaeus, Florilegium Monacense 197; Diogenes Laertius, Lives 7.23 Stob. Floril. Monac. 197: ὁ αὐτὸς (Ζήνων) ἐρωτηθεὶς τί ἔστι φίλος, ἄλλος οἷος ἐγώ. — Diog. L. 7.23: ἐρωτηθεὶς τίς ἔστι φίλος; ἄλλος, ἔφη, ἐγώ. [S51] Saying 51. Origen, Against Celsus 8.35 Ζήνων δὲ πρὸς τὸν εἰπόντα, ἀπολοίμην ἐὰν μή σε τιμωρήσωμαι, ἐγὼ δέ, εἶπεν, ἐὰν μή σε φίλον κτήσωμαι. [S52] Saying 52. Diogenes Laertius, Lives 7.23 Διονυσίου δὲ τοῦ Μεταθεμένου εἰπόντος αὐτῷ διὰ τί αὐτὸν μόνον οὐ διορθοῖ; ἔφη, οὐ γάρ σοι πιστεύω. [S53] Saying 53. Seneca, On Benefits 4.39.1; Themistius, Orations 21.252b Seneca de Benef. 4.39.1: Quare ergo, inquit, Zeno vester, quum quingentos denarios cuidam promisisset et illum parum idoneum comperisset, amicis suadentibus ne crederet, perseveravit credere quia promiserat? — Themist. Or. 21.252b: πότε ἀφῆκας τῷ δεδανεισμένῳ, καθάπερ Ζήνων ὁ Κιτιεύς; [S54] Saying 54. Diogenes Laertius, Lives 7.23 δοῦλον ἐπὶ κλοπῇ, φασίν, ἐμαστίγου· τοῦ δ᾽ εἰπόντος, εἵμαρτό μοι κλέψαι· καὶ δαρῆναι, ἔφη. [S55] Saying 55. Diogenes Laertius, Lives 7.23 τῶν γνωρίμων τινὸς παιδάριον μεμωλωπισμένον θεασάμενος, πρὸς αὐτόν, ὁρῶ σου, ἔφη, τοῦ θυμοῦ τὰ ἴχνη. [S56] Saying 56. Diogenes Laertius, Lives 7.28–29; Stobaeus, Florilegium 7.45; Lucian, Long-Lived Men (Macrobii) 19 Diog. L. 7.28–29: ἐτελεύτα δὴ οὕτως. ἐκ τῆς σχολῆς ἀπιὼν προσέπταισε καὶ τὸν δάκτυλον περιέρρηξε. παίσας δὲ τὴν γῆν τῇ χειρί, φησὶ τὸ ἐκ τῆς Νιόβης, ἔρχομαι, τί μ᾽ αὔεις; καὶ παραχρῆμα ἐτελεύτησεν, ἀποπνίξας ἑαυτόν. — Stob. Floril. 7.45: Ζήνων, ὡς ἤδη γέρων ὢν πταίσας κατέπεσεν, “ἔρχομαι,” εἶπε, “τί με αὔεις;” καὶ εἰσελθὼν ἑαυτὸν ἐξήγαγεν. — Lucian, Macrob. 19: Ζήνων δέ… ὅν φασιν εἰσερχόμενον εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ προσπταίσαντα ἀναφθέγξασθαι, τί με βοᾷς; καὶ ὑποστρέψαντα οἴκαδε καὶ ἀποσχόμενον τροφῆς τελευτῆσαι τὸν βίον. [S57] Saying 57. Theodore Metochites, Miscellanea p. 812 Kiessling καὶ ὁ μὲν Ζήνων ἔλεγεν, ἦλθε, παρῆλθεν, οὐδὲν πρὸς ἐμὲ καθόλου, περὶ τῶν ἐνταῦθα πραγμάτων καὶ τοῦ βίου φιλοσοφῶν.